Ο Νόμος: Σύμφωνα με το Άρθρο 5 του περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου του 1967:

Τερματισμός απασχολήσεως δι’ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσην:

(ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύει τοιάυτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως.
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύσει τον εργοδοτούμενο.

Τα γεγονότα:

Ο Αιτητής εργαζόταν στις Κυπριακές Αερογραμμές από τον Ιούνιο του 1985 μέχρι και το Νοέμβριο του 2003 όπου και απολύθηκε. Στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) αξίωσε, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Η Εταιρεία ισχυρίστηκε πως νόμιμα απέλυσε τον Αιτητή και επομένως δεν δικαιούται αποζημίωση.

Ως εργαζόμενος στο τμήμα πωλήσεων της Εταιρείας στη Λεμεσό, ο Αιτητής βρισκόταν επί καθημερινής βάσης σε επαφή με πελάτες και παράγοντες της πόλης και η διατήρηση καλών σχέσεων με όλους του οργανισμούς ήταν επιβεβλημένη. Τον Απρίλιο του 2002 έλαβε υπόμνημα από τον Προϊστάμενο Ανθρώπινου Δυναμικού της Εταιρείας που τον ενημέρωνε ότι εκφράστηκαν ενάντιά του καταγγελίες για εμπλοκή του και συμφέρον σε επιχειρήσεις που ανταγωνίζονταν την Εταιρεία. Επίσης ότι εκτελούσε τα καθήκοντά του κατά τρόπο πλημμελή και αδιάφορο και πως η Εταιρεία προχώρησε στο διορισμό ερευνητικής επιτροπής. Με δεύτερη επιστολή, η Εταιρεία του είπε να παραμείνει στο γραφείο του αποφεύγοντας να επισκέπτεται πελάτες μέχρι τη λήξη της έρευνας. Τον Ιούνιο του 2003 ο Αιτητής κλήθηκε ενώπιον της διερευνητικής επιτροπής για να απαντήσει στις καταγγελίες που του απαγγέλθηκαν.

Τον Αύγουστο του 2002 όμως, ο Αιτητής έστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο σημείωμα σε προϊστάμενους της Εταιρείας και στην Συντεχνία του που αναφερόταν στην υπό διεξαγωγή έρευνα. Αναφέρθηκε ενάντια στην έρευνα και για να δικαιολογήσει την επιστολή του, επισύναψε μακροσκελή αναφορά (27 σελίδες) με τίτλο «Το Ιστορικό του Εγκλήματος» όπου καταφερόταν ενάντια στους τουριστικούς πράκτορες και τους προϊσταμένους του με διάφορους χαρακτηρισμούς και ύβρεις. Περαιτέρω, αναφέρθηκε λεπτομερώς σε προβληματικές συζυγικές σχέσεις συναδέλφων του, ισχυρίστηκε αναξιοκρατικές προαγωγές, συνομωσίες και άλλες κατηγορίες κατά συναδέλφων του.

Τον Φεβρουάριο του 2003, ο Αιτητής πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς ότι μετατίθεται στην Πάφο, αλλά ο εκεί υπεύθυνος τον πληροφόρησε πως δεν υπήρχε θέση να τοποθετηθεί. Τον Απρίλιο δόθηκε υπόμνημα στον Αιτητή που τον μετάθετε στο αεροδρόμιο Λάρνακας και διαμαρτυρήθηκε πως η μετάθεσή του έγινε με αντιδεοντολογικό τρόπο αφού στο υπόμνημα δεν του εξηγούνταν οι λόγοι μετάθεσής του. Ο Γενικός Διευθυντής τότε τον ενημέρωσε πως πληροφορήθηκε για τους λόγους μετάθεσής του προφορικά σε κατ’ιδία συνάντηση που είχε ο Αιτητής με τον Προϊστάμενο Ανθρώπινου Δυναμικού, πως αν έχει παράπονο μπορεί να το υποβάλει με βάση τους εσωτερικούς κανονισμούς της Εταιρείας και πως οφείλει να επιστρέψει στα καθήκοντά του. Ο Αιτητής άρχισε τότε να αναφέρεται απαξιωτικά για την διερευνητική επιτροπή και πως η Εταιρεία του συμπεριφέρθηκε με αχαριστία.

Από 5 μέχρι 13 Μαϊου ο Αιτητής δεν παρουσιάστηκε για να αναλάβει τα καθήκοντά του στη Λάρνακα και με επιστολή της η Εταιρεία τον ενημέρωσε πως η ενέργειά του συνιστούσε άρνηση εκτέλεσης οδηγίας της Εταιρείας που αν δεν παρουσιαζόταν για ανάληψη των καθηκόντων του την επομένη, θα προχωρούσε στη λήψη πειθαρχικών μέτρων μη εξαιρουμένου τον τερματισμό των υπηρεσιών του.

Περί τα τέλη Μαΐου, ο Αιτητής έλαβε υπόμνημα από την Εταιρεία όπου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εναντίων του έρευνας που ξεκίνησε 1 χρόνο πριν, η συμπεριφορά και στάση του δεν συνήδε με τις ευθύνες και υποχρεώσεις του ως υπάλληλος και όπως παρόμοιες συμπεριφορές μην επαναληφθούν.

Με νέο υπόμνημα στις 25 Ιουνίου η διεύθυνση ενημέρωσε τον Αιτητή ότι μετατίθεται στο Αεροδρόμιο Πάφου και με άλλο υπόμνημα στις 27 Νοεμβρίου η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε με το δικαιολογητικό ότι δεν είχε αναλάβει ακόμη καθήκοντα στην Πάφο και λόγω της διασάλευσης των σχέσεων του με την Εταιρεία. Ο Αιτητής όμως βρισκόταν στο Αεροδρόμιο Πάφου όπου και εργαζόταν.

Η απόφαση:

Το ΔΕΔ, αναφορικά με το «Ιστορικό του Εγκλήματος» έκρινε την συμπεριφορά του Αιτητή επιεικώς απαράδεκτη, ένα απίστευτο υβρεολόγιο όπου επικρίνει, κατηγορεί, συκοφαντεί και προσδίδει διάφορους χαρακτηρισμούς στον προϊστάμενό του. Το παράπτωμα του Αιτητή ήταν σοβαρότατο ατόπημα που επέδειξε αντιεργατική συμπεριφορά που κλόνισε την εμπιστοσύνη και την καλή συνεργασία μεταξύ της Διεύθυνσης, των συναδέλφων του και του ιδίου. Δηλαδή, με τη συμπεριφορά του ο Αιτητής κλόνισε την αναγκαία για την ομαλή λειτουργία της σύμβασης, σχέση εμπιστοσύνης με επακόλουθο να θέσει τον εαυτό του σε απόλυση.

Αντί όμως η Εταιρεία να τον απολύσει, τον μετάθεσε σε άλλο τμήμα για να τερματίσει την απασχόλησή του 15 σχεδόν μήνες μετά με το εν λόγω περιστατικό. Το ΔΕΔ αποφάσισε ότι το παράπτωμα του Αιτητή, όσο σοβαρό και να ήταν, δεν θα μπορούσε εκ των υστέρων να αποτελέσει νόμιμο λόγο απόλυσής του και τούτο γιατί η Εταιρεία παρέλειψε να ασκήσει το δικαίωμά της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από της κοινοποιήσεως του.

Ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το συντομότερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσεις ή όχι στον τερματισμό της απασχόλησης του. Δεν μπορεί να παρατείνεται η αβεβαιότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα όπου θα κρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη η απόλυση. Διαφορετικά, ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους επικαλεστεί ως μέσο πίεσης προς τον εργοδοτούμενο. Από τη στιγμή που κάποιο γεγονός περιέλθει στη γνώση του Εργοδότη, αυτός οφείλει το συντομότερο δυνατό, αφού δώσει την ευκαιρία στον εργοδοτούμενο να απολογηθεί, να λάβει την τελική του απόφαση.

Η νομολογία μαρτυρεί ότι η πάροδος ενός μήνα από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο μέχρι την απόλυσή του είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου ο εργοδότης θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα της απόλυσης χωρίς αποζημίωση.

Καθοριστικός παράγοντας στον καθορισμό της αποζημίωσης προς όφελος του Αιτητή, ήταν το συντρέχον πταίσμα, δηλαδή η συμπεριφορά που επέδειξε και συνέβαλε στην απόλυσή του. Μετά από σχεδόν 18 χρόνια υπηρεσία ο Αιτητής, πατέρας τεσσάρων παιδιών, έλαβε ως αποζημίωση απολαβές 48.5 εβδομάδων από τα ανώτατο όριο των 2 ετών που θα μπορούσε να εκδικάσει το ΔΕΔ.