Η πρόνοια του νόμου:

Σύμφωνα με το Άρθρο 5(ε)(i-v) του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, η διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται να συνεχισθεί, η διάπραξη σοβαρού παραπτώματος ή ποινικού αδικήματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, η σοβαρή ή επαναλαμβανόμενη παράβαση κανόνων εργασίας καθώς και η απρεπής διαγωγή, συνιστούν λόγο τερματισμού της απασχόλησης χωρίς δικαίωμα σε αποζημίωση.

Σημειώνεται πως ο εργοδότης πρέπει να ασκήσει το δικαίωμα του να τερματίσει την απασχόληση του εργοδοτούμενου για τους πιο πάνω λόγους εντός λογικού χρονικού διαστήματος από το γεγονός το οποίο του παρέχει το πιο πάνω δικαίωμα.

Τα γεγονότα:

Εργαζόμενος υπηρετούσε ως διευθυντής σε λογιστικό και ελεγκτικό γραφείο όταν τερματίστηκε η απασχόλησή του τον Δεκέμβριο του 2000. Ο λόγος του τερματισμού της απασχόλησής του, όπως αναφερόταν στην επιστολή που του δόθηκε, ήταν η διαρροή πληροφοριών πελατών της εταιρείας από μέρους του προς τρίτους. Μετά την απόλυση του προσέφυγε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) ζητώντας αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής, δυσφήμιση, απώλεια καριέρας, το λογαριασμό Β του ταμείου Προνοίας και άλλα.

Πιο συγκεκριμένα, η Εταιρεία στην οποία ο Αιτητής εργαζόταν, συστεγαζόταν στον ίδιο χώρο με δικηγορικό γραφείο με το οποίο συνεργαζόταν πολύ στενά και από το οποίο εξασφάλιζε σημαντικό μέρος της εργασίας της, κυρίως υπεράκτιες εταιρείες και εμπιστεύματα που παραπέμπονταν σε αυτήν από το δικηγορικό γραφείο.

Το δικηγορικό γραφείο έκανε χρήση λογισμικού χρεώσεων και βάσης δεδομένων όπου ήταν καταχωρημένοι όλοι του οι πελάτες και τα στοιχεία επικοινωνίας τους. Ο Αιτητής ήταν ανάμεσα στους λίγους που είχαν πρόσβαση στα στοιχεία επικοινωνίας των πελατών και ο ένας εκ των δύο που είχαν πρόσβαση σ’ αυτά από την Εταιρεία.

Τον Ιούνιο του 2000, το δικηγορικό γραφείο άρχισε να λαμβάνει παράπονα από πελάτες τους στο εξωτερικό ότι έγιναν λήπτες διαφημιστικού υλικού συγκεκριμένου ταξιδιωτικού γραφείου από την Κύπρο. Το δικηγορικό γραφείο ήταν το μόνο στην Κύπρο το οποίο γνώριζε την ύπαρξη και τα στοιχεία επικοινωνίας αυτών των εταιρειών (οι οποίες σημειωτέον δεν ήταν καν εγγεγραμμένες στην Κύπρο), έτσι η διοίκησή του διέταξε έρευνα ως προς το ποιος θα μπορούσε να διαρρεύσει αυτά τα στοιχεία. Μάλιστα οι πελάτες ανησύχησαν ιδιαίτερα καθώς δεν γνώριζαν ποια άλλα στοιχεία τους, πέραν των στοιχείων επικοινωνίας, είχαν διαρρεύσει.

Αν και έγινε καταγγελία στην αστυνομία και έρευνα στο γραφείο, τίποτε δεν βρέθηκε που να αποδεικνύει ότι ο Αιτητής ήταν αυτός που τα διέρρευσε. Σε επικοινωνία που είχε η διοίκηση του δικηγορικού γραφείου με τον διευθυντή του ταξιδιωτικού γραφείου, ως προς το ποιος έστειλε το διαφημιστικό υλικό, ο διευθυντής του ταξιδιωτικού γραφείου, ο οποίος άκουσε για πρώτη φορά το τι έγινε όταν επικοινώνησε μαζί του το δικηγορικό γραφείο, διερεύνησε και υπέδειξε τον sales manager του ΑΘ ως αποστολέα του διαφημιστικού υλικού.

Σε συνέχεια των διερευνήσεων αποδείχτηκε ότι ο ΑΘ είχε συναντήσεις στα γραφεία της Εταιρείας με τον Αιτητή και πως γνωρίζονταν. Αρνήθηκε όμως να αποκαλύψει ποιος του απέστειλε τα στοιχεία, παρόλο που παραδέχτηκε ότι τα πήρε από άτομο που εργαζόταν σε μια από τις δύο εταιρείες. Ο δε Αιτητής ουδέποτε παραδέχτηκε ενοχή όταν κλήθηκε να απολογηθεί.

Χωρίς καταδίκη και χωρίς παραδοχή ενοχής από τον Αιτητή, με τα στοιχεία και μαρτυρίες που είχε μπροστά της, η Εταιρεία προχώρησε και τερμάτισε την απασχόληση του, στη βάση του άρθρου 5 του Νόμου.

Η απόφαση:

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω γεγονότων το ΔΕΔ αποφάσισε πως η Εταιρεία δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι ο Αιτητής προέβηκε πράγματι στην συγκεκριμένη διαγωγή, παρόλο που τα γεγονότα της υπόθεσης εύλογα θα μπορούσαν να γεννήσουν υποψίες ότι πιθανόν να ήταν το πρόσωπο που προέβηκε στη συγκεκριμένη πράξη.

Η υποψία τέλεσης σοβαρής παράβασης, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί, κάτω από το πνεύμα του Νόμου, να στοιχειοθετήσει λόγο τερματισμού της απασχόλησης αν και στο δίκαιο άλλων χωρών η υποψία καθαυτή κατ’ αντικειμενική εκτίμηση, κλονίζει την εμπιστοσύνη του εργοδότη στο πρόσωπο του εργοδοτούμενου. Το Κυπριακό δίκαιο, επισημαίνει το ΔΕΔ, δεν αρκείται απλώς και μόνο στην υποψία τέλεσης μιας πράξης αλλά απαιτεί συγκεκριμένη συμπεριφορά ή διαγωγή που να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης.

Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα γεγονότα συνέβησαν τον Ιούνιο και η απόλυση τον Δεκέμβριο, οι Εργοδότες απώλεσαν το δικαίωμα τους να τερματίσουν την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνταν. Έτσι το ΔΕΔ επιδίκασε αποζημιώσεις υπέρ του Αιτητή για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης.