Η πρόνοια του νόμου.

Βάση του Άρθρου 12, Παράγραφος 10Α του Περί Ετησίων Μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967 και των μετέπειτα τροποποιήσεών του, «Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό».

Βάση του Άρθρου 21(2) του Περί Ταμείων Προνοίας Νόμου του 1981, που καθορίζει τα ωφελήματα των ταμείων προνοίας, «Ωφελήματα εκ ταμείου προνοίας δύνανται να καταβάλλονται μόνο εις μέλος τοιούτου ταμείου ή τους νόμιμους κληρονόμους του μέλους…(δ) εν περιπτώσει τερματισμού της απασχολήσεως του μέλους».

Τα γεγονότα:

Ο Αιτητής εργοδοτήθηκε ως Γενικός Διευθυντής σε Εταιρεία πετρελαιοειδών από το 2002 μέχρι και το 2004 οπόταν και τερματίστηκε η απασχόλησή του με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να του κοινοποιηθούν οι λόγοι. Με την αποχώρησή του δεν έλαβε το ποσό που υπήρχε στο λογαριασμό του στο Ταμείο Προνοίας (ΤΠ) γιατί, όπως ισχυρίστηκε, την ίδια εποχή κάποια μέλη της διαχειριστικής επιτροπής του ΤΠ είχαν παραιτηθεί και η επιτροπή αδυνατούσε να λειτουργήσει και έτσι δεν του καταβλήθηκε κανένα ποσό. Με την επανασύσταση της διαχειριστικής επιτροπής το 2006, ο Αιτητής απαίτησε πληρωμή των δικαιωμάτων του και του καταβλήθηκε ο λογαριασμός «Α» που αντιστοιχούσε στις δικές του συνεισφορές ενώ η επιτροπή αρνήθηκε να του καταβάλει το λογαριασμό «Β» όπου πιστώνονται οι συνεισφορές του εργοδότη, καθώς και οποιοδήποτε άλλο ποσό υπήρχε εις πίστιν του από τις προσόδους (τόκοι, δωρεές κλπ).

Ο Αιτητής ανέφερε ότι πρώην αξιωματούχος της εταιρείας δώρισε στο ΤΠ το ποσό των ΛΚ 62.449,20 προς όφελος όλων των υπαλλήλων της Εταιρείας, στους οποίους και κατανεμήθηκε ισότιμα. Υπάλληλοι που αποχώρησαν ή απολύθηκαν από την Εταιρεία μετά την καταβολή του ποσού της δωρεάς, έλαβαν το ποσό που τους αναλογούσε από τη δωρεά. Ο Αιτητής με την αίτησή του στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) διεκδικούσε το ποσό που βρισκόταν στο λογαριασμό «Β» του Ταμείου και το μερίδιο που του αναλογούσε από τη δωρεά του πρώην αξιωματούχου. Στο Δικαστήριο κατατέθηκαν ως τεκμήριο οι λογαριασμοί του ΤΠ για το 2004 όπου φαίνεται η καταχώρηση του συγκεκριμένου ποσού της δωρεάς.

Η διαχειριστική επιτροπή του ΤΠ ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής έλαβε κάθε ποσό ή ωφέλημα που δικαιούταν από το ΤΠ. Επίσης, προσκόμισε μαρτυρικό υλικό που έδειχνε πως η διαχειριστική επιτροπή λειτουργούσε κανονικά τον καιρό που η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε. Βάση του καταστατικού του ΤΠ, «Μέλος του Ταμείου το οποίο απολύεται από την υπηρεσία του Εργοδότη λόγω: κατάργησης θέσης ή λόγω οικονομίας ή λόγω πλεονασμού ή αποχωρεί ένεκα αποδεδειγμένων λόγων υγείας, δικαιούται σε ανάληψη κάθε υπόλοιπου που βρίσκεται στο Μέρος Α και Β του προσωπικού λογαριασμού…»

Περαιτέρω, η διαχειριστική επιτροπή ήγειρε προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενη ότι το ΔΕΔ στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση αφού η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 14.11.2006 ενώ η απόλυση έλαβε χώρα στις 15.11.2004 και έτσι έχει παραγραφεί το δικαίωμα του Αιτητή να προσφύγει στο ΔΕΔ.

Ο Αιτητής από την πλευρά του υποστήριξε ότι ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεών του άρχισε μετά που υπέβαλε αίτηση στην διαχειριστική επιτροπή του ΤΠ για καταβολή σ’ αυτόν των διεκδικούμενων ποσών και πως κατά το χρόνο τερματισμού της απασχόλησής του, το ΤΠ ήταν ανενεργό.

Η απόφαση:

Το ΔΕΔ αποφάσισε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος του Αιτητή να προσφύγει στο ΔΕΔ δεν μπορεί να παραταθεί για δύο ολόκληρα χρόνια (από το 2004 στο 2006). Το ότι ο Αιτητής είχε στείλει επιστολή σε μεταγενέστερο στάδιο για διεκδίκηση των δικαιωμάτων του και ότι ίσως το Ταμείο να ήταν ανενεργό κατά το χρόνο της απόλυσης του, δεν αποτελούν λόγους αναστολής της έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας. Δηλαδή, η δωδεκάμηνη περίοδος παραγραφής ξεκινούσε αμέσως μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή.

Σε ότι αφορά το δεύτερο ζήτημα αυτής της υπόθεσης, δηλαδή την καταβολή του ποσού του λογαριασμού «Β» του ΤΠ, το ΔΕΔ αποφάσισε πως το γεγονός και μόνο ότι η Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή χωρίς να προβάλει το λόγο που την οδήγησε στην απόφασή της, ήταν αρκετό για τον ίδιο τον Αιτητή να αποδείξει ότι δικαιούται πληρωμή βάση του καταστατικού του ΤΠ. Περαιτέρω, το ΔΕΔ ερμηνεύοντας τον Περί Ταμείων Προνοίας Νόμο, ανέφερε πως η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η κάλυψη όλων των περιπτώσεων που επέφεραν την απόλυση του μέλους και πως αν υπήρχε πρόθεση να περιοριστεί απλώς στους λόγους πλεονασμού θα το έπραττε με συγκεκριμένη αναφορά στο νόμο. Επομένως, οι διατάξεις του καταστατικού του ΤΠ της Εταιρείας δεν συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου, αλλά περιορίζουν τα δικαιώματα των μελών που απολύονταν για λόγους άλλους εκτός από τον πλεονασμό. Δηλαδή, σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης μέλους για οποιοδήποτε λόγο, θα πρέπει να του πληρώνονται όλα τα εις πίστιν του ποσά που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς «Α» και «Β».