Τα γεγονότα:

Υπάλληλος εργαζόταν ως καθαριστής σε εταιρεία που δραστηριοποιείτο αποκλειστικά στις Βρετανικές Κυρίαρχες Βάσεις Ακρωτηρίου από τις 2/5/1996 μέχρι και τις 2/12/2002 οπόταν και τερματίστηκε η απασχόληση του. Ο εργαζόμενος είχε στην κατοχή του ειδικό έντυπο άδειας εισόδου (πάσο) το οποίο του επέτρεπε ελεύθερα την είσοδο και την έξοδο από τις Βάσεις.

Τον Ιούνιο του 2002 ο εργαζόμενος έκλεψε ένα τζετ σκι από τις Βάσεις, ιδιοκτησία Άγγλου πολίτη, μέλους του Βρετανικού Υπουργείου Άμυνας. Για το ποινικό αυτό αδίκημα ο εργαζόμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου των Βάσεων. Για το σκοπό αυτό πήρε άδεια από την 1/10/2002 μέχρι και την ημέρα της απόλυσής του, στις 2/12/2002. Στις 6/11/2002 παραδέχθηκε ενοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και του επιβλήθηκε πρόστιμο.
Στο τέλος του ίδιου μήνα, η Εταιρεία ενημερώθηκε για την καταδίκη του υπαλλήλου για ποινικό αδίκημα. Λίγες μέρες μετά, στις 2 Δεκεμβρίου, ένας εκ των Διευθυντών της εταιρείας επισκέφθηκε τον εργαζόμενο στην οικία του και του παρέδωσε επιστολή απόλυσης με την αιτιολογία ότι η σχέση εργασίας δεν μπορούσε να συνεχίσει μετά την καταδίκη του για ποινικό αδίκημα (το οποίο μάλιστα έγινε ενάντια σε περιουσία του πελάτη, την ώρα και στο χώρο εργασίας).

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο τερματισμός της απασχόλησής του ήταν παράνομος αφού η Εταιρεία δεν προχώρησε σε απόλυσή του σε εύλογο χρόνο και περίμενε ένα σχεδόν μήνα μετά από την καταδίκη του για να τον απολύσει. Για αυτό το λόγο προσέφυγε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) διεκδικώντας αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση.

Η απόφαση:

Παρόλο που η συμπεριφορά του Αιτητή ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την απόλυσή του βάση του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης νόμου, ‘στ)iii) η διάπραξη ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του), το δικαίωμα τερματισμού της απασχόλησης πρέπει να ασκείται εντός λογικού διαστήματος. Όπως ο ίδιος νόμος αναφέρει, ‘Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύσει τον εργοδοτούμενον’.

Αν και ο λόγος του τερματισμού της απασχόλησης ήταν στα πλαίσια του νόμου, το ΔΕΔ κλήθηκε να αποφασίσει κατά πόσο αυτό το δικαίωμα ασκήθηκε εντός λογικού χρονικού διαστήματος (το οποίο να σημειωθεί δεν καθορίζεται χρονικά ή με σταθερή προθεσμία στη νομοθεσία). Η κρίση του λογικού χρονικού διαστήματος πρέπει να εξαρτάται από την εκτίμηση των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης κατά τρόπο μη καταχρηστικό από τον εργοδότη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το ΔΕΔ αποφάσισε ότι ο εργοδότης δικαιούται να αναμένει το αποτέλεσμα της ποινικής δίκης προκειμένου να απολύσει τον εργοδοτούμενο, χωρίς η καθυστέρηση αυτή να μπορεί να ερμηνευτεί ως εγκατάλειψη του δικαιώματος απόλυσης. Εργοδότης ο οποίος απολύει εργοδοτούμενο χωρίς να αναμένει το αποτέλεσμα της δίκης, στην περίπτωση αθώωσης του εργοδοτούμενου, είναι υποχρεωμένος να καταβάλει αποζημιώσεις γιατί ο λόγος απόλυσης εκλείπει και η απόλυση καθίσταται πλέον παράνομη. Κατά δεύτερο λόγο, συνεχίζει στην απόφαση του το ΔΕΔ, η αναμονή από μέρους του εργοδότη αποτελεί και μέτρο προστασίας του δικαιώματος του εργαζόμενου ο οποίος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του θεωρείται αθώος με βάση το τεκμήριο της αθωότητας.

Επομένως, το λογικό χρονικό διάστημα που καθιερώνεται στην περίπτωση διάπραξης ποινικού αδικήματος, πρέπει να συνδέεται άμεσα με το αποτέλεσμα της ποινικής δίκης. Τυχόν καθυστέρηση μετά την περάτωση της δίκης ίσως μα μην δικαιολογείται και να επιφέρει απώλεια αυτού του δικαιώματος.

Η Εταιρεία απέλυσε τον εργοδοτούμενο μόλις έλαβε γνώση του αποτελέσματος της ποινικής δίκης στις αρχές Δεκεμβρίου, παρόλο που η καταδικαστική απόφαση λήφθηκε στις αρχές Νοεμβρίου. Παρόλο που η Εταιρεία δεν είχε καμία επαφή με τον Αιτητή από την πρώτη Οκτωβρίου όταν έφυγε με άδεια, ενήργησε άμεσα και μάλιστα ο Διευθυντής τον επισκέφθηκε στην οικία του ώστε να του παραδώσει την επιστολή απόλυσης του δια χειρός, παρόλο που θα μπορούσαν να τον περιμένουν να επιστρέψει από την άδεια του.

Με αυτά τα δεδομένα, το ΔΕΔ έκρινε ότι η Εταιρεία ενήργησε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και απέρριψε τις αξιώσεις του Αιτητή.