Ο Νόμος:

Σύμφωνα με το Άρθρο 18 του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου του 1967:

Εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο, όταν η απασχόλησή του ετερματίσθη:

γ) Ενεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως:

(i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων.

(vii) περιορισμού του όγκου εργασίας ή της επιχειρήσεως.

Τα γεγονότα:

Δύο πρόσωπα εργάζονταν ως οδηγοί λεωφορείου σε Εταιρεία λεωφορείων από το 1993 μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου 2006 οπόταν και απολύθηκαν λόγω πλεονασμού.

Μετά την απόλυσή τους προσέφυγαν στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) και αξίωσαν είτε αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής τους, είτε στην περίπτωση που όντως τερματίστηκε η εργοδότηση τους λόγω πλεονασμού, πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (ΤΠΠ). Η Εταιρεία ισχυρίστηκε πως νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση των Αιτητών για πραγματικούς λόγους πλεονασμού.

Κατά την απόλυση των οδηγών, η Εταιρία κοινοποίησε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, βεβαιώσεις τερματισμού της απασχόλησής τους λόγω «μείωσης του κύκλου εργασιών της εταιρείας».

Στην κατάθεσή του στο δικαστήριο ο διευθυντής της Εταιρείας, ανέφερε πως μετά τον θάνατο του πατέρα του, ανέλαβε την Εταιρεία με τα αδέλφια του και διαπίστωσαν πως αυτή βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση, με πολλά οργανωτικά προβλήματα και σε κίνδυνο χρεοκοπίας. Αξιολογήθηκαν τα δεδομένα και αποφασίστηκε αναδιοργάνωση στον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης με απαραίτητη τη μείωση του αριθμού των οδηγών που εργοδοτούνταν σε τακτική βάση.

Η Εταιρεία, με αυτά τα δεδομένα, προχώρησε σε απόλυση τεσσάρων οδηγών (συμπεριλαμβανομένων των δύο Αιτητών) ισχυριζόμενη επίσης αύξηση των κομίστρων από την κυβέρνηση και μείωση των τουριστών κατά τους χειμερινούς μήνες.

Το ίδιο καλοκαίρι όμως, προσλήφθησαν τρεις νέοι οδηγοί, δύο σε έκτακτη βάση που αποχώρησαν με το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου (που έχει αυξημένες ανάγκες) και ένας Άγγλος καθότι η γνώση της αγγλικής γλώσσας ήταν απαραίτητη.

Η Εταιρεία επικαλέστηκε επίσης μειωμένο κύκλο εργασιών. Στα λογιστικά στοιχεία 2003-2006 που κατέθεσε στο ΔΕΔ, φαίνεται σημαντική ζημιά στα αποτελέσματα της εταιρίας μετά τους φόρους, με τον κύκλο εργασιών να παρουσιάζει μικρή αυξομείωση.

Από την ακροαματική διαδικασία επίσης διαφάνηκε πως κατά την επίμαχη περίοδο είχαν προσληφθεί ακόμη δύο οδηγοί επί μονίμου βάσεως, ο ένας προς αντικατάσταση άλλου οδηγού που είχε αποχωρήσει ενώ ο δεύτερος είχε αποχωρήσει στα τέλη Αυγούστου του 2006 για λόγους υγείας και επέστρεψε ένα μήνα μετά.

Η απόφαση:

Το ΔΕΔ κλήθηκε να διαπιστώσει με αντικειμενικά κριτήρια την ύπαρξη ουσιαστικής μείωσης του συνήθους κύκλου εργασιών της Εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο.

Πράττοντας αυτό, το ΔΕΔ δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε μείωση του κύκλου εργασιών κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πέραν κάποιας μικρής διακύμανσης την οποία και έκρινε ως φυσιολογική. Αντίθετα, οι ενέργειες της Εταιρείας να προσλάβει επί τακτικής βάσεως δύο νέους οδηγούς λίγους μήνες πριν την απόλυση των Αιτητών, με το δεύτερο οδηγό μάλιστα να επαναπροσλαμβάνεται την ίδια μέρα που δόθηκε στους Αιτητές προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής τους, φανερώνει ότι η Εταιρεία είχε την ανάγκη αλλά και τη δυνατότητα να απασχολεί νέο προσωπικό.

Σύμφωνα με το ΔΕΔ, είναι «αδιανόητο μια επιχείρηση να απολύει έναν εργοδοτούμενο για λόγους υποτίθεται οικονομικούς και στο αμέσως προηγούμενο ή επόμενο διάστημα, να προσλαμβάνει νέο προσωπικό που θα ασκούσε μάλιστα τα ίδια καθήκοντα με τους απολυθέντες». Ανεξάρτητα από τους λόγους που επικαλέσθηκε η Εταιρεία για να αποδείξει τη μείωση του όγκου εργασίας της, η πρόσληψη νέων υπαλλήλων αποτέλεσε ουσιαστικό και πραγματικό λόγο που κατέστησε αδικαιολόγητες τις απολύσεις της.

Το ΔΕΔ έκρινε ότι η ζημιά που παρουσίασαν οι οικονομικές καταστάσεις σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να δικαιολογήσει από μόνη της απόλυση εργοδοτουμένου για λόγους πλεονασμού ή να αποτελέσει απτή απόδειξη μείωσης του όγκου εργασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε παλαιότερη του απόφαση σε παρόμοια γεγονότα αποφάσισε ότι «η ζημιά μιας επιχείρησης, και μάλιστα η λογιστική τοιαύτη, μπορεί να οφείλεται σε πληθώρα λόγων άσχετων με τον όγκο εργασίας της, ενώ αν και ο όγκος εργασίας (που δεν ορίζεται στο Νόμο), επίσης είναι συνάρτηση πολλών παραμέτρων, η αξία των διεξαχθεισών εργασιών ασφαλώς συνιστά ορθή, αν όχι την ορθότερη, ένδειξη τούτου».

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί αναδιοργάνωσης, το ΔΕΔ αποφάσισε ότι καμία αναδιοργάνωση στα πλαίσια του Νόμου, που να επιφέρει μεταβολή ή κατάργηση καθηκόντων δεν έγινε, όπως αποδεικνύεται από την πρόσληψη την ίδια περίοδο νέων οδηγών με τα ίδια ακριβώς καθήκοντα. Οι ανάγκες της επιχείρησης και τα καθήκοντα των απολυθέντων παρέμειναν αμετάβλητα. Στην ουσία, οι Αιτητές αντικαταστάθηκαν στα καθήκοντά τους.

Το ΔΕΔ έκρινε παράνομη την απόλυση των Αιτητών και επιδίκασε αποζημιώσεις εις βάρος της εταιρείας.