Τα Γεγονότα:

Εργοδοτούμενη απασχολείτο σε εκτελωνιστική εταιρεία που διατηρούσε δικό της αποθηκευτικό χώρο (bonded warehouse) για δεκαπέντε έτη και όταν επέστρεψε στην εργασία της μετά από άδεια μητρότητας, της επιδόθηκε επιστολή τερματισμού της απασχόλησης της για λόγους πλεονασμού.

Αφού η Εταιρεία της πλήρωσε τα δεδουλευμένα της, ζήτησε από την εργοδοτούμενη να υπογράψει δήλωση απαλλαγής αξιώσεων που μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η ίδια αποδεχόταν την πληρωμή των δεδουλευμένων και άλλων οφειλών της Εταιρείας προς το πρόσωπό της (αναλογία 13ου, πληρωμή αδειών και πληρωμή αντί προειδοποιήσεως) λόγω τερματισμού της απασχόλησής της για λόγους πλεονασμού. Αναφερόταν στη δήλωση απαλλαγής αξιώσεων, ότι η εργοδοτούμενη δεν θα είχε «είτε τώρα είτε στο μέλλον καμία άλλη οικονομική ή άλλη απαίτηση από την Εταιρεία». Η εργοδοτούμενη υπέγραψε τη δήλωση αυτή.

Μετά την απόλυση της αποτάθηκε στο Ταμείο Πλεονασμού για πληρωμή λόγω πλεονασμού αλλά το Ταμείο απέρριψε την αίτησή της με τον ισχυρισμό ότι ο τερματισμός της απασχόλησής της δεν έγινε για λόγους πλεονασμού. Κατόπιν τούτου, προσέφυγε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της από την Εταιρεία και στην περίπτωση που αποδεικνυόταν το νόμιμο της απόλυσής της, πληρωμή από το Ταμείο.

Εφόσον ο τερματισμός της απασχόλησης επήλθε με πρωτοβουλία του εργοδότη, το βάρος απόδειξης του νόμιμου του τερματισμού της απασχόλησης έφερε εξ ολοκλήρου η Εταιρεία.

Η Εταιρεία ισχυρίστηκε ότι τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας για λόγους πλεονασμού και συγκεκριμένα λόγω αναδιοργάνωσης της επιχείρησης και μείωσης του όγκου εργασιών της. Παρά την μαρτυρία που προσκόμισε, η Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει στο Δικαστήριο τους ισχυρισμούς της. Μάλιστα, το ΔΕΔ αποφάσισε ότι η Εταιρεία δεν έκανε οποιαδήποτε αναδιοργάνωση παρά μόνο αντικατέστησε την Αιτήτρια με άλλη πιο χαμηλόμισθη υπάλληλο ενώ τα οικονομικά στοιχεία που κατέθεσε ο λογιστής της Εταιρείας δεν καταδείκνυαν οποιαδήποτε μείωση του κύκλου εργασιών της.

Παρά το ότι η Εταιρεία δεν κατάφερε να αποδείξει πως νόμιμα προχώρησε σε πλεονασμό, ισχυρίστηκε ότι απαλλασσόταν από την υποχρέωση πληρωμής οποιωνδήποτε αποζημιώσεων προς την Αιτήτρια, αφού η ίδια υπέγραψε στη δήλωση απαλλαγής αξιώσεων ότι δεν θα είχε οποιεσδήποτε μελλοντικές αξιώσεις ή απαιτήσεις από την Εταιρεία.

Η Απόφαση:

Αφού ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας ήταν παράνομος, το ΔΕΔ έπρεπε να αποφασίσει κατά πόσο η δήλωση απαλλαγής αξιώσεων που υπέγραψε η Αιτήτρια, και συγκεκριμένα η ρήτρα για απαλλαγή από μελλοντικές αιτήσεις ή αξιώσεις, απάλλασσε την Εταιρεία από την καταβολή αποζημιώσεων.

Ο Νόμος, σημείωσε το ΔΕΔ, είναι προστατευτικός των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου. Εφόσον ο εργοδοτούμενος απολυθεί από τον εργοδότη του μονομερώς για λόγους που δεν σχετίζονται με την εργασία ή διαγωγή του, αλλά για λόγους πλεονασμού, δεν μπορεί κανένας να του στερήσει τις νόμιμες αποζημιώσεις του όπως αυτές καθορίζονται στη νομοθεσία.

Με την αποχώρηση από την εργασία της, η Αιτήτρια έλαβε τον οφειλόμενο μισθό της, τον 13ο μισθό, τις οφειλόμενες άδειες και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό για αποζημίωση και τούτο γιατί θα πληρωνόταν από το Ταμείο Πλεονασμού εφόσον η Εταιρεία αποδείκνυε ότι τερμάτισε την απασχόλησή της για κάποιον από τους λόγους πλεονασμού που εξαντλητικά περιγράφονται στο Άρθρο 18 του Περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου.

Η αναφορά στη δήλωση απαλλαγής αξιώσεων ότι η Αιτήτρια δεν θα είχε οποιεσδήποτε αξιώσεις από την Εταιρεία, αναφερόταν ξεκάθαρα στις πληρωμές που της είχαν γίνει και ουδόλως αναφερόντουσαν στις όποιες αποζημιώσεις τις οποίες ούτως ή άλλως δικαιούταν. Η δε Αιτήτρια υπέγραψε την δήλωση υπό την προϋπόθεση ότι θα πληρωνόταν από το Ταμείο Πλεονασμού. Εφόσον οι εργοδότες απέτυχαν να αποδείξουν λόγους πλεονασμού τότε οι ίδιοι δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση για πληρωμή αποζημιώσεων.

Δεν νοείται, αποφάσισε το ΔΕΔ, ο εργοδότης να επικαλείται ότι με την πληρωμή των δεδουλευμένων της Αιτήτριας απαλλάσσεται από την πληρωμή αποζημιώσεων λόγω της υπογραφής της εν λόγω δήλωσης. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε στέρηση των νόμιμων δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου. Το ΔΕΔ οφείλει να προστατεύει τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου ο οποίος απολύεται όχι λόγω δικής του υπαιτιότητας.

Το ΔΕΔ επιδίκασε πληρωμή αποζημιώσεων από την Εταιρεία υπέρ της Αιτήτριας.