Οι πρόνοιες του Νόμου:

Σύμφωνα με το Άρθρο 7 του περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμου:

«(1) Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζει την απασχόλησιν του παρ’ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου…».

«(2) Καθ’ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως».

Τα γεγονότα:

Πρόσωπο εργάστηκε ως αποθηκάριος σε ξενοδοχείο από την αρχή του 2003 μέχρι και τα τέλη Οκτωβρίου του 2005 οπόταν και υπέβαλε παραίτηση με επιστολή του, για προσωπικούς λόγους. Μετά την παραίτησή του προσέφυγε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα εξαναγκασμό σε παραίτηση λόγω μη καταβολής πληρωμών στο Ταμείο Προνοίας (ΤΠ) από τον εργοδότη.

Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει τερματισμός της απασχόλησης με πρωτοβουλία του εργοδότη αλλά ο ίδιος ο εργαζόμενος αποχωρεί από την εργασία του επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, ο εργοδοτούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης πως εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, όπως προνοεί το Άρθρο 7(2) του Νόμου.

Η Εταιρεία απέρριψε τις αξιώσεις του πρώην εργαζομένου της ισχυριζόμενη πως εκείνος δεν δέχτηκε να ενταχθεί στο ΤΠ και γι’ αυτό το λόγο ούτε η Εταιρία κατέβαλλε υπέρ του εισφορές αλλά ούτε και του απέκοπταν το 10% του μισθού του για σκοπούς εισφοράς στο ΤΠ.

Κατά τη μαρτυρία του στο ΔΕΔ, ο Αιτητής ανέφερε πως συνεχώς υπενθύμιζε την εταιρεία για καταβολή εισφορών στο ΤΠ τόσο ο ίδιος όσο και μέσω του συντεχνιακού του. Ωστόσο, ο αιτητής κρίθηκε ως αναξιόπιστος αφού υπέπεσε πολλές φορές σε αντιφάσεις, χωρίς να θυμάται ημερομηνίες και προβάλλοντας αντικρουόμενους ισχυρισμούς και εκδοχές των γεγονότων. Ο συντεχνιακός (του οποίου η μαρτυρία κρίθηκε ως αξιόπιστη) ισχυρίστηκε πως ανέφερε το πρόβλημα στον Διευθυντή του ξενοδοχείου, ο οποίος όμως αποχώρησε μετά από λίγο καιρό και δεν έγιναν μετά άλλα διαβήματα.

Η Εταιρεία ισχυρίστηκε πως εκ παραδρομής δεν κατέβαλαν στον Αιτητή τα οφειλόμενα ποσά αφού με το πέρας έξι μηνών στην υπηρεσία τους, ο Αιτητής δεν προέβει σε οποιοδήποτε παράπονο. Περαιτέρω, μετά την αποχώρηση του Διευθυντή από το ξενοδοχείο, δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη συνάντηση με τη συντεχνία για αυτό το ζήτημα. Σημειώνουμε πως η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ ΠΑΣΥΞΕ-ΣΤΕΚ και των συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ προβλέπει ρητά πως για κάθε υπάλληλο που εργάζεται σε ξενοδοχείο αφού συμπληρώσει έξι μήνες υπηρεσίας στη ξενοδοχειακή βιομηχανία του καταβάλλονται εισφορές στο ΤΠ. Οι εισφορές είναι ύψους 10% εκατέρωθεν, δηλαδή 10% από τον εργαζόμενο και 10% από τον εργοδότη επί του βασικού μισθού και τιμαριθμικού επιδόματος, εξαιρουμένης της μονάδας.

Ο Αιτητής συνέχισε να εργάζεται στο ξενοδοχείο τουλάχιστον για δέκα μήνες μετά από την αποχώρηση του Διευθυντή που ήταν ενήμερος για το πρόβλημά του, ενώ συνολικά εργάστηκε στην Εταιρεία για δεκαέξι περίπου μήνες, μετά από την εξάμηνη αρχική περίοδο, χωρίς να καταβληθούν συνεισφορές υπέρ του στο ΤΠ. Η Εταιρεία δεν αμφισβήτησε την μη καταβολή συνεισφορών στο ΤΠ.

Η απόφαση:

Το ΔΕΔ αποφάνθηκε ότι η εργοδότηση του προσώπου αυτού στο ξενοδοχείο διέπετο από τους όρους της Συλλογικής Σύμβασης που καλύπτει τον ξενοδοχειακό κλάδο και πως η Εταιρεία, καθ’όλη τη διάρκεια της εργοδότησης του αιτητή, δεν απέκοπτε από τον μισθό του το προβλεπόμενο ποσό ως συνεισφορά του εργοδοτουμένου στο ΤΠ, ούτε και κατέβαλλε το ποσό που προβλέπετο ως συνεισφορά του εργοδότη. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν παρέχεται οποιαδήποτε ευχέρεια ή δυνατότητα στους εργοδότες και στους εργοδοτούμενους να συμφωνήσουν μεταξύ τους για τη μη καταβολή εισφορών στο ΤΠ.

Το Δικαστήριο στην απόφασή του εκτίμησε ότι βάση της νομολογίας, δεν είναι αναγκαίο για τον εργοδοτούμενο όταν αποχωρεί να δηλώσει ξεκάθαρα ότι εξαναγκάζεται σε παραίτηση εξαιτίας της παράβασης της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη ούτε και αυτό αποτελεί προϋπόθεση για να μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδοτούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση. Το ΔΕΔ, κρίνοντας τα περιστατικά και γεγονότα κάθε υπόθεσης, κρίνει κατά πόσο ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε εξαιτίας της καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη.

Σε ότι αφορά την αξίωση του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω εξαναγκασμού σε παραίτηση, το ΔΕΔ αποφάνθηκε πως η μη καταβολή συνεισφορών στο ΤΠ αποτελεί παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εργασίας και παρέχει το δικαίωμα αποχωρήσεως από την εργασία. Όμως, το δικαίωμα αυτό πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τον τρόπο και χρόνο αποχώρησης του Αιτητή από την εργασία του στην εργοδότρια Εταιρεία. Αν ο εργοδοτούμενος δεν εγκαταλείψει την εργασία του χωρίς καθυστέρηση ή εντός εύλογου χρόνου από τη στιγμή που εκδηλώνεται η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, τότε θεωρείται πως παραιτείται του δικαιώματος να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις από τον εργοδότη και πως επιβεβαιώνει την σύμβαση εργασίας όπως τροποποιήθηκε από τον εργοδότη.

Στην προκειμένη περίπτωση ο εργοδοτούμενος παρέμεινε στην εργασία του για μεγάλο διάστημα μετά που κατέστη φανερό ότι το παράπονό του δεν επρόκειτο να ικανοποιηθεί και έτσι επιβεβαίωσε την σύμβαση με το νέο της περιεχόμενο, ότι δηλαδή δεν θα γίνονταν εισφορές στο ΤΠ. Παρέμεινε στην εργασία του για περίοδο τουλάχιστον δέκα μηνών μετά την αποχώρηση του Διευθυντή χωρίς να επιφυλάξει τα δικαιώματά του, να διαμαρτυρηθεί ή να προβεί σε διαβήματα. Η χρονική αυτή περίοδος δεν μπορεί να κριθεί υπό τις περιστάσεις ως περιορισμένη χρονική περίοδος. Το ΔΕΔ κρίνοντας ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση εργοδότησής του μετά την καταγγελία της, απέρριψε την αίτησή του για καταβολή αποζημιώσεων λόγω εξαναγκασμού σε παραίτηση. Η λήξη της σύμβασης εργασίας προήλθε δηλαδή από οικιοθελή αποχώρηση του εργαζομένου.