Το Άρθρο 6(1) του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου αναφέρει «….ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 λόγων». Δηλαδή στην περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης επήλθε με πρωτοβουλία του εργοδότη, ο εργοδότης οφείλει να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του εργοδοτούμενου.

Τα γεγονότα:

Πελάτισσα του ξενοδοχείου την μέρα που θα αναχωρούσε έφτασε έξαλλη στην υποδοχή του ξενοδοχείου και φώναζε πως χάθηκε μια φούστα της από το δωμάτιό της. Η Διεύθυνση του ξενοδοχείου κοιτάζοντας το πρόγραμμα υπηρεσίας διαπίστωσε ότι η συγκεκριμένη εργοδοτούμενη, που εργαζόταν ως καμαριέρα, ήταν το τελευταίο άτομο που καθάρισε το δωμάτιο της πελάτισσας.

Σε έλεγχο που έγινε στο ντουλάπι υπηρεσίας της εργοδοτούμενης στην παρουσία της, βρέθηκε η φούστα της πελάτισσας αλλά και διάφορες προμήθειες και τρόφιμα του ξενοδοχείου. Η Διεύθυνση έθεσε σε τριήμερη διαθεσιμότητα την εργοδοτούμενη, ενημέρωσε την συντεχνία της και ακολούθως την απέλυσε χωρίς προειδοποίηση διότι η κλοπή συνιστά ποινικό αδίκημα και νόμιμο λόγο τερματισμού της απασχόλησης χωρίς προειδοποίηση. Η εργοδοτούμενη ισχυρίστηκε ότι έβαλε την φούστα στο ντουλάπι της με σκοπό να την παραδώσει στην υποδοχή του ξενοδοχείου και κάνοντας αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) διεκδικούσε αποζημίωση από την Εταιρεία για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της.

Το ΔΕΔ σημείωσε πως λόγω του ότι η Εταιρεία ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια διέπραξε ποινικό αδίκημα, ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται για να αποδειχτεί το σοβαρό αυτό παράπτωμα είναι αυξημένος. Δηλαδή, αν και δεν απαιτείται απόδειξη του ισχυρισμού πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, επιβάλλεται υψηλότερος βαθμός πιθανότητας μέσα στα πλαίσια του βαθμού απόδειξης για αστικές υποθέσεις που είναι το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» (balance of probabilities).

Η Εταιρεία κατάφερε να αποδείξει πως όλες οι καμαριέρες ενημερώνονται γραπτώς και προφορικώς για τους κανονισμούς του ξενοδοχείου, που στην προκειμένη περίπτωση προβλέπουν πως όταν βρουν οποιοδήποτε αντικείμενο που πιθανόν να ανήκει σε πελάτη, πρέπει να διακόπτουν την εργασία τους και να το παραδίδουν κατευθείαν στην υπεύθυνη ορόφου ή στην υποδοχή εάν η υπεύθυνη ορόφου απουσιάζει.

Περαιτέρω, η Εταιρεία κατέθεσε και υπόμνημα της Διεύθυνσης προς όλο το προσωπικό του ξενοδοχείου όπου τους υπενθύμιζε τους κανονισμούς και μάλιστα προειδοποιούσε ότι κλοπή περιουσίας του ξενοδοχείου, συνεπαγόταν άμεση απόλυση. Το υπόμνημα είχε κυκλοφορήσει λίγους μήνες πριν από το επίδικο γεγονός με αφορμή άλλα κρούσματα κλοπών.

Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι επειδή επρόκειτο να σχολάσει και θα την μετέφερνε στο σπίτι της ένας συνάδελφος και δεν έβρισκε την υπεύθυνη ορόφου, έβαλε τη φούστα στο ντουλάπι της με σκοπό να την παραδώσει την επόμενη μέρα. Ανέφερε μάλιστα πως για να μην ξεχάσει πού την βρήκε, έγραψε και τον αριθμό του δωματίου στο οποίο βρήκε την φούστα, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί όταν ερωτήθηκε ποιός ήταν ο αριθμός αυτός.

Παρουσιάζοντας τη θέση της η Αιτήτρια γενικολογούσε και ήταν αρκετά ασαφής ενώ όταν πιεζόταν κατά την αντεξέταση της από το δικηγόρο της Εταιρείας προσπαθούσε να δικαιολογήσει τη θέση της. Αντίθετα, η Εταιρεία άφησε την καλύτερη εντύπωση στο Δικαστήριο αφού με σαφήνεια παρουσίασε τη θέση της.
Σημειώνουμε ότι ακόμη και η συντεχνία της Αιτήτριας, όταν κλήθηκε από τη Διεύθυνση του ξενοδοχείου για να συζητήσουν το συμβάν και ενημερώθηκε για την πρόθεση της Διεύθυνσης να τερματίσει την απασχόληση της εργοδοτούμενης, δεν ήγειρε θέμα επαναπρόσληψης ή αποζημιώσεων.

Η απόφαση

Το ΔΕΔ αφού έκρινε την Αιτήτρια αναξιόπιστη και την Εταιρεία αξιόπιστη, έκρινε πως η Αιτήτρια γνώριζε πολύ καλά την διαδικασία που ακολουθείτο στην περίπτωση που ένας πελάτης ξεχνούσε κάτι, (μάλιστα η συγκεκριμένη πελάτρια δεν είχε καν αναχωρήσει ακόμη από το ξενοδοχείο) και πως δεν υπήρχε νόμιμη δικαιολογία για να βάλει τη φούστα στο ντουλάπι της.

Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του Εργοδότη, ως λογικού Εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Το ΔΕΔ ανέφερε επίσης πως η συμπεριφορά της Αιτήτριας κλόνισε την σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου καθιστώντας αδύνατη τη συνέχισή της.

Σημειώνουμε ότι το ΔΕΔ δεν είναι δικαστήριο ποινικής δικαιοδοσίας ώστε να μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο η Αιτήτρια είναι ένοχη του παραπτώματος της κλοπής με βάση την έννοια του ποινικού αδικήματος όπως αυτή προβλέπεται από το νόμο.

Ο εργοδότης όμως, όπως και οι πελάτες του ξενοδοχείου, εμπιστεύτηκαν την Αιτήτρια να μπαίνει στα δωμάτια όπου υπάρχουν προσωπικά αντικείμενα και έπρεπε να ενεργεί καλόπιστα και συνετά, διαφυλάττοντας τα συμφέροντα της εργοδότριας Εταιρείας. Η πράξη της Αιτήτριας έπληξε θεμελιωδώς την εμπιστοσύνη του εργοδότη της προς το πρόσωπό της δικαιολογώντας την άμεση απόλυσή της.