Σχεδόν τα τρία τέταρτα (72%) των μεγάλων και μεσαίων εταιρειών παγκοσμίως δεν αναγνωρίζουν τους οικονομικούς κινδύνους της κλιματικής αλλαγής στις ετήσιες οικονομικές τους εκθέσεις, σύμφωνα με την έκθεση «KPMG Survey of Corporate Responsibility Reporting 2017» που δημοσιεύθηκε πρόσφατα. Στις πλείστες περιπτώσεις, η ανάγκη ανάγνωσης των κλιματικών κινδύνων είτε προωθείται είτε επιβάλλεται από την κυβέρνηση, το χρηματιστήριο ή την εθνική ρυθμιστική αρχή. Επιπλέον, μόνο το 4% των εταιρειών που αναγνωρίζουν τον κλιματικό κίνδυνο, παρέχει στους επενδυτές ανάλυση της επιχειρηματικής αποτίμησης των εν λόγω κινδύνων.

Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους τομείς της Δασοκομίας και Χαρτικών, Χημικών, Ορυχείων, Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου καταγράφουν τα υψηλότερα ποσοστά αναγνώρισης του κινδύνου που σχετίζεται με το κλίμα στις εκθέσεις τους. Γενικά, παρατηρώντας τις εκθέσεις των 250 μεγαλύτερων εταιρειών παγκοσμίως (G250), διαφαίνεται πως η αναγνώριση του οικονομικού κινδύνου που σχετίζεται με την κλιματική αλλαγή είναι κοινή πρακτική, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν διαφοροποιήσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Περίπου τα δύο τρίτα των επιχειρήσεων των G250 στις εταιρείες Λιανικής Πώλησης (67%) και Πετρελαίου και Φυσικού Αερίου (65%) αναγνωρίζουν τον κίνδυνο, αλλά μόνο το ένα τρίτο (36%) των μεγάλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων το κάνουν.

Ο κ. José Luis Blasco, παγκόσμιος επικεφαλής των υπηρεσιών Βιωσιμότητας της KPMG, δήλωσε: «Η έρευνά μας παρουσιάζει ότι, ακόμη και μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών παγκοσμίως, πολύ λίγες παρέχουν στους επενδυτές επαρκείς ενδείξεις για την αποτίμηση κινδύνου της κλιματικής αλλαγής. Τα συμπεράσματά μας επιβάλλουν πρωτοβουλίες όπως η δημιουργία της Financial Stability Board’s Task Force που σχετίζεται με τις δημοσιονομικές αναφορές σε ότι αφορά το κλίμα (Climate-related Financial Disclosures – TCFD) και στοχεύει στη βελτίωση της εταιρικής αποτίμησης του κλιματικού κινδύνου».

Ο κ. Αντώνης Παρτζίλης, Διοικητικός Σύμβουλος της KPMG Κύπρου, δήλωσε ότι «η αδυναμία εντοπισμού και διαχείρισης του κλιματικού κινδύνου γενικά θεωρείται ως παραβίαση των οικονομικών υποχρεώσεων ενός διοικητικού συμβουλίου. Οι επενδυτές αντιλαμβάνονται όλο και περισσότερο τον αντίκτυπο που μπορούν να έχουν τα “μη οικονομικά” ζητήματα σε σχέση με την ικανότητα μιας επιχείρησης να δημιουργεί και να προστατεύει την αξία της. Ως εκ τούτου, η πρόσφατη ρυθμιστική απαίτηση για μεγάλες επιχειρήσεις δημοσίου συμφέροντος εδώ στην Κύπρο να περιλαμβάνουν στις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις τους αναφορά σε ζητήματα Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (ΕΚΕ) θεωρείται ως το πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση».

Η έρευνα της KPMG μελέτησε τις ετήσιες οικονομικές εκθέσεις και τις εκθέσεις εταιρικής ευθύνης των 100 καλύτερων εταιρειών, βάσει εσόδων, σε 49 χώρες συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου (σε σύνολο 4.900 εταιρειών). Η έρευνα της KPMG διερεύνησε επίσης τις τάσεις σχετικές με την εταιρική ευθύνη σε ότι αφορά τους στόχους αειφόρου ανάπτυξης του ΟΗΕ, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους στόχους μείωσης των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα.

Για πρόσβαση στην πλήρη έκθεση, επισκεφθείτε τον ακόλουθο σύνδεσμο: KPMG Survey of Corporate Responsibility (CR) Reporting 2017