Θετικές χαρακτηρίζει τις μακροοικονομικές προοπτικές της κυπριακής οικονομίας η Υπηρεσία Οικονομικών Ερευνών της Ελληνικής Τράπεζας, η οποία αναμένει ότι η ανάπτυξη θα υποστηριχθεί κυρίως από την ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και από τη συνεχή βελτίωση στην αγορά εργασίας, ενώ θετικά στην ανάπτυξη θα συμβάλουν και οι δημόσιες δαπάνες μέσω δημοσίων επενδύσεων.

Σε ανάλυση της για την πορεία της κυπριακής οικονομίας, η Υπηρεσία Οικονομικών Ερευνών της τράπεζας αναφέρει ότι η φάση ανάκαμψης της οικονομίας έχει ολοκληρωθεί και εισέρχεται στη φάση ανάπτυξής και υπογραμμίζει ταυτόχρονα ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος για την αναδιάρθρωση και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κύπρου.

Ωστόσο, η Ελληνική Τράπεζα τονίζει ότι «η καλύτερη των προσδοκιών επίδοση της οικονομίας δεν πρέπει να προκαλέσει εφησυχασμό, ούτε χαλάρωση των προσπαθειών για την περαιτέρω μεταρρύθμισή της», υπογραμμίζοντας ότι «παρά τα σημαντικά βήματα που γίνονται προς την κατεύθυνση αποκατάστασης του θετικού οικονομικού κλίματος, κάποιος βαθμός αβεβαιότητας παραμένει καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν θέματα που χρειάζονται άμεσης επίλυσης, όπως ο ψηλός δείκτης των Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων (ΜΕΧ), η υψηλή ανεργία και το ψηλό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, τα οποία όμως βρίσκονται σε σταθερή πτωτική πορεία, όπως σημειώνει.

Σύμφωνα με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο της Υπηρεσίας Οικονομικών Ερευνών της Ελληνικής Τράπεζας, το 2018 ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 4,0% και για το 2019 στο 3,9%.

Αναφέρει ότι η ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης αναμένεται να οδηγήσει σε βελτίωση των συνθηκών της αγοράς εργασίας με την ανεργία να μειώνεται στο 8,2% το 2018 και με τον πληθωρισμό για το 2018 να αναμένεται να παραμείνει σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, γύρω στο 0,7%.

Το ενθαρρυντικό στοιχείο σχετικά με τη νέα φάση ανάπτυξης της οικονομίας, που βοηθάει στην αποφυγή της δημιουργίας ενός νέου φαύλου κύκλου, είναι, όπως τονίζει η Υπηρεσία Οικονομικών Ερευνών της τράπεζας, ότι «η πρόσφατη επίδοση της οικονομίας δεν είναι αποτέλεσμα της συνεισφοράς της κυβέρνησης μέσω του δημοσίου τομέα και επομένως του πολλαπλασιαστικού ρόλου που έχει, ούτε της αλόγιστης και μη-βιώσιμης πιστωτικής επέκτασης που χρηματοδοτούσε την κατανάλωση κατά την περίοδο πριν από την κρίση».

Επίσης, η Ελληνική Τράπεζα αναφέρει ότι θετικότεροι από τους αναμενόμενους ρυθμούς ανάπτυξης σχετίζονται με την αυξημένη εμπιστοσύνη που θα οδηγούσε σε ισχυρότερη εγχώρια ζήτηση καθώς και με την ανάπτυξη των αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της Κύπρου εάν αυτή αποδειχθεί οικονομικά βιώσιμη.

Επιπλέον, η Υπηρεσία Οικονομικών Ερευνών της Ελληνικής Τράπεζας αναφέρει ότι σε όρους απόλυτων μεγεθών, η αξία της εγχώριας παραγωγής τελικών αγαθών και υπηρεσιών σε σταθερές τιμές, δηλαδή το πραγματικό ΑΕΠ, διαμορφώθηκε στα €19,5 δισ. το 2017, ανακτώντας το επίπεδο που είχε πριν την κρίση.

Σημειώνει ότι το ονομαστικό ΑΕΠ, δηλαδή η αξία της εγχώριας παραγωγής τελικών αγαθών και υπηρεσιών σε τρέχουσες τιμές, ανήλθε στα €19,6 δισ. το 2017, από €18,5 δισ. το προηγούμενο έτος.

Σε σχέση με τα δημόσια οικονομικά, η Ελληνική Τράπεζα τονίζει ότι αυτά «σταθεροποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό με στόχο την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους».

Αναφορικά με την περαιτέρω μεταρρύθμισή της οικονομίας, η τράπεζα τονίζει πως «η υλοποίηση σημαντικών δομικών μεταρρυθμίσεων θα συμβάλει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της κυπριακής οικονομίας».

«Σημαντικές μεταρρυθμίσεις που εξακολουθούν να εκκρεμούν αφορούν στην υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, στη δημόσια διοίκηση, στην τοπική αυτοδιοίκηση και στον τομέα της υγείας», προσθέτει.

Επίσης, αναφέρει ότι «θα πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για βελτίωση και διεύρυνση των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών (ηλεκτρονική διακυβέρνηση) συμπεριλαμβανομένων και των ηλεκτρονικών πληρωμών, που με τη σειρά τους θα συμβάλουν στην οικοδόμηση μιας βιώσιμης οικονομίας».

Επιπλέον, η Ελληνική Τράπεζα τονίζει πως «περαιτέρω προώθηση των ηλεκτρονικών πληρωμών θα ενισχύσει τη διαφάνεια στην οικονομία και θα συμβάλλει στη συγκράτηση της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής, καθώς οι ηλεκτρονικές πληρωμές εντοπίζονται ευκολότερα».

«Είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθεί η τρέχουσα δυναμική της ανάπτυξης για την υλοποίηση των προαναφερθεισών μεταρρυθμίσεων. Τέτοιες μεταρρυθμίσεις είναι αποτελεσματικότερες και ευκολότερες να εφαρμόζονται όταν οι οικονομίες αναπτύσσονται», σημειώνει.

Σε σχέση με το χρηματοπιστωτικό σύστημα, η Υπηρεσία Οικονομικών Ερευνών της Ελληνικής Τράπεζας σημειώνει ότι «έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος» για την αναδιάρθρωση και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο σύστημα.

«Οι κυπριακές τράπεζες έχουν κάνει σημαντικά βήματα για τη σταθεροποίηση του συστήματος και βρίσκονται πλέον σε σταθερότερη βάση. Οι πρόσφατες τολμηρές κινήσεις για τον εξορθολογισμό των ισολογισμών των τραπεζών έχουν μειώσει την αβεβαιότητα στο σύστημα», υπογραμμίζει.

Ωστόσο, η Ελληνική Τράπεζα τονίζει πως «τα αυξημένα επίπεδα ΜΕΧ, συνεχίζουν να ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για τη σταθερότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος και τις οικονομικές προοπτικές της χώρας».

Η τράπεζα εκτιμά ότι το βελτιωμένο μακροοικονομικό περιβάλλον θα στηρίξει περαιτέρω τις προσπάθειες των τραπεζών για την αντιμετώπιση του υψηλού επιπέδου των ΜΕΧ και υπογραμμίζει ότι «ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας περί αφερεγγυότητας και εκποιήσεων θα αποτελέσει σημαντικό εργαλείο προς την αντιμετώπιση του προβλήματος».

Εξωτερικές προκλήσεις

Όσον αφορά τις εξωτερικές προκλήσεις, η Υπηρεσία Οικονομικών Ερευνών της Ελληνικής Τράπεζας αναφέρει ότι «αυτές σχετίζονται με την αβεβαιότητα που σχετίζεται με τις εξελίξεις στην Ιταλία, χαμηλότερους από τους αναμενόμενους ρυθμούς ανάπτυξης στο Ηνωμένο Βασίλειο, την αβεβαιότητα που σχετίζεται με το Brexit και την υποτίμηση της στερλίνας».

Επίσης, αναφέρει ότι η επιδείνωση των γεωπολιτικών εντάσεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και Ανατολικής Μεσογείου, ενδεχομένως να προκαλέσουν αρνητικές συνέπειες στην οικονομική εμπιστοσύνη, στον τουρισμό και κατ’ επέκταση στη συνολική οικονομική δραστηριότητα.

Από την άλλη, η τράπεζα αναφέρει ότι «οι γεωπολιτικές εντάσεις στις γειτονικές χώρες καθιστούν την Κύπρο ασφαλέστερο τουριστικό προορισμό και θα μπορούσαν επομένως να αντισταθμίσουν, σε σημαντικό βαθμό, την πιθανή μείωση του τουριστικού ρεύματος από το Ηνωμένο Βασίλειο».