Τα γεγονότα
Εργοδοτούμενη απασχολείτο σε τραπεζικό οργανισμό από το 1988 μέχρι το 2004 οπόταν και τερματίστηκε η απασχόλησή της λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς.
Η Τράπεζα, έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα μετά από εσωτερική έρευνα στην οποία δύο φορές η εργοδοτούμενη κλήθηκε να λογοδοτήσει ενώπιον ειδικής Επιτροπής, όμως και στις δύο φορές αρνήθηκε διότι δεν ικανοποιήθηκαν οι όροι της να συνοδεύεται από το δικηγόρο της και να της κοινοποιηθούν από πριν τα στοιχεία που είχαν σχέση με την υπόθεση. Η Επιτροπή αφού συνεδρίασε στην απουσία της αποφάσισε ομόφωνα όπως εισηγηθεί προς τον Διοικητή της Τράπεζας τον τερματισμό της απασχόλησής της, όπως και έγινε.
Η εργοδοτούμενη αποτάθηκε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) διεκδικώντας, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της όμως το ΔΕΔ επιβεβαίωσε το νόμιμο του τερματισμού της απασχόλησής της. Κατόπιν, η εργοδοτούμενη προσέφυγε με έφεσηστο Ανώτατο Δικαστήριο.
Επίκεντρο της έφεσης που κατέθεσε, ήταν η διαδικασία που ακολούθησε ο πρώην εργοδότης της ώστε να καταλήξει στην απόλυσή της και συγκεκριμένα στην μη ικανοποίηση των όρων που η ίδια είχε θέσει και που κατά την άποψή της ισοδυναμούσαν με απουσία τήρησης των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Η εφεσείουσα ισχυρίστηκε πως ουδέποτε αρνήθηκε να παραστεί ενώπιον της ειδικής Επιτροπής αλλά πως μόνη της, χωρίς την παρουσία του δικηγόρου της και χωρίς να της έχουν κοινοποιηθεί τα στοιχεία που αφορούσαν την υπόθεση, δεν γνώριζε τι είχε να αντιμετωπίσει, δεν υπήρχε ισότητα όπλων και ως αποτέλεσμα αυτό οδήγησε σε μια εις βάρος της μη δίκαιη δίκη.
Η Τράπεζα, υποστήριξε προς το Ανώτατο Δικαστήριο πως η σχέση μεταξύ της Τράπεζας και της εφεσείουσας ήταν σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου η οποία καθοριζόταν από την υφιστάμενη σύμβαση εργοδότησης και της οποίας οι πρόνοιες τηρήθηκαν (όπως διαπίστωσε και το ΔΕΔ στην πρωτόδικη απόφαση του). Δηλαδή διερευνήθηκαν δεόντως και σε εύλογο χρόνο τα παραπτώματα που καταλογίζονταν στην εφεσείουσα και της δόθηκε η ευκαιρία να ανασκευάσει. Η διαδικασία ενώπιον της ειδικής Επιτροπής δεν ισοδυναμούσε με πειθαρχική δίκη και θα έπρεπε να κριθεί με βάση το ιδιωτικό δίκαιο.

Η Απόφαση
Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικαλούμενο προηγούμενη απόφαση, επιβεβαίωσε πως η δομή λειτουργίας της σχέσης μεταξύ της εφεσείουσας και της Τράπεζας καθορίστηκε κατά την πρόσληψή της το 1988. Η σχέση αφορούσε ιδιωτική σύμβαση εργοδότησης διεπόμενη από εσωτερικούς κανονισμούς και συνοδεύτηκε από την υπογραφή Συμβολαίου Υπηρεσίας και αποδοχή των όρων εσωτερικών κανονισμών από την εφεσείουσα κατά την πρόσληψή της.
Η σχέση των διαδίκων διεπόταν από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και η Τράπεζα εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της διερευνώντας το εγερθέν ζήτημα σε εύλογο χρόνο και δίνοντας την ευκαιρία στην εφεσείουσα να θέσει τη δική της εκδοχή. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης το Ανώτατο Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας την απόφαση του ΔΕΔ, έκρινε πως η σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα, πως η απόλυση της εργοδοτούμενης ήταν αναγκαία συνέπεια και απέρριψε την έφεση της.