ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Η πρόνοια του Νόμου
Σύμφωνα με το Άρθρο (10Α) του Περί Ετησίων Αδειών Μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967, όπως αυτός τροποποιήθηκε, «Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (ΔΕΔ) υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό».

Τα γεγονότα
Εποχιακός εργάτης σε Δήμο της επαρχίας Λεμεσού από τις 23 Αυγούστου 2002 μέχρι και τις 19 Σεπτεμβρίου 2003 αξίωσε από το ΔΕΔ, μεταξύ άλλων, υπόλοιπο των δεδουλευμένων ημερομισθίων του. Ο ισχυρισμός του βασιζόταν στο ότι ήταν μέλος σε συντεχνία και ως εκ τούτου δικαιούταν τις απολαβές και αυξήσεις όπως αυτές καθορίζονταν από τη συλλογική σύμβαση εποχιακών εργατών που είχε συνάψει η Συντεχνία του με την δημοτική αρχή που τον εργοδοτούσε. Η αίτηση στο ΔΕΔ καταχωρήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 2004, ένα χρόνο και 3 ημέρες μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του.

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στο Δήμο, απαίτησε με τη Συντεχνία του την ανάλογη αύξηση του μισθού του στη βάση της συλλογικής σύμβασης. Το Δεκέμβρη του 2003 και τον Ιανουάριο του 2004, με το πέρας της εργοδότησής του, απέστειλε δύο διαδοχικές επιστολές απαιτώντας ξανά το ποσό που ισχυριζόταν ότι δικαιούταν με το Δήμο να του αποστέλλει επιστολή στις 2 Μαρτίου 2004 απαντώντας αρνητικά στο αίτημά του.

Ο Δήμος αρνήθηκε τις αξιώσεις του Αιτητή αναφέροντας πως ο Αιτητής ουδέποτε υπήρξε μέλος σε Συντεχνία και πως ουδέποτε προσκόμισε στο λογιστήριο έντυπο εγγραφής του σε Συντεχνία και πως ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε αποκοπή από το μισθό του για αυτό το λόγο, ακριβώς γιατί δεν ήταν μέλος Συντεχνίας και δεν καλυπτόταν από τις πρόνοιες οποιασδήποτε συλλογικής σύμβασης. Περαιτέρω, ο Δήμος ήγειρε προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι το ΔΕΔ δεν μπορεί να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης αναφορικά με τους δεδουλευμένους μισθούς του Αιτητή, αφού αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα (κατά 3 μέρες).

Ο Αιτητής διαχώρησε την παραγραφή αξιώσεων που σχετίζονται με τον τερματισμό της απασχόλησης του και τις αυτοτελείς αξιώσεις που πηγάζουν μέσα από την απασχόλησή του, όπως οι δεδουλευμένοι μισθοί, εισηγούμενος ότι το προς υποβολή αίτημα του ανέκυψε στις 2 Μαρτίου 2004 όταν έλαβε γραπτώς ενημέρωση από τον πρώην εργοδότη του ότι δεν θα του ικανοποιούσε τα αιτήματά του. Επομένως, θα δικαιούταν να υποβάλει αίτηση στο ΔΕΔ μέχρι τις 2 Μαρτίου του 2005.

Η απόφαση
Το ΔΕΔ για να μπορέσει να εκδώσει απόφαση κλήθηκε στην ουσία να απαντήσει στο ερώτημα, ‘Πότε δημιουργήθηκε το δικαίωμα προσφυγής του Αιτητή για τη συγκεκριμένη αξίωση;’

Σύμφωνα με το ΔΕΔ, ο Νόμος είναι σαφής στο πότε δικαιούται κάποιος να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο, δηλαδή, και με βάση το Άρθο (10Α), εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία που προέκυψε το δικαίωμα (ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού στις περιπτώσεις πλεονασμού). Αυτό δε σημαίνει ότι εξαλείφεται το καθ’ αυτό δικαίωμα, το οποίο παραμένει αναλλοίωτο και μπορεί να διεκδικηθεί διαφορετικά, αλλά το δικαίωμα προσφυγής στο ΔΕΔ παραγράφεται.

Στο πνεύμα του Νόμου, και με βάση προηγούμενη νομολογία, το δικαίωμα του Αιτητή να αξιώσει τα εν λόγω ημερομίσθια δημιουργείται την ημέρα που αυτά κατέστησαν απαιτητά και όχι την ημέρα του τερματισμού της απασχόλησης του ή κατά την επέλευση οποιουδήποτε μεταγενέστερου γεγονότος. Δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση, το δικαίωμα προσφυγής του Αιτητή στο Δικαστήριο ανέκυψε την πρώτη φορά που ζήτησε τα δεδουλευμένα του από τον εργοδότη και όχι όταν απολύθηκε ή όταν έλαβε αρνητική απάντηση στις επιστολές του. Η αναμονή του αποτελέσματος άλλων διαδικασιών (πειθαρχικών, εσωτερικής διερεύνησης κλπ) ΔΕΝ επεκτείνει δηλαδή την περίοδο παραγραφής.

Ξεκάθαρα, πέρασαν πάνω από δώδεκα μήνες από την ημέρα που πρώτη φορά διεκδίκησε τα ημερομίσθιά του (ενώ ακόμη εργαζόταν για το Δήμο) και γι’ αυτό η αίτηση του στο ΔΕΔ καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και οι αξιώσεις του παραγράφηκαν και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο.