Η πώληση περιουσιακών στοιχείων αποτελεί το κυριότερο εργαλείο των εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα της EY, για χρηματοδότηση της ανάπτυξής τους.

Στην έρευνα Global Corporate Divestment Study, που εξερευνά τους λόγους και τους τρόπους πώλησης των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών σε παγκόσμιο επίπεδο, το 74% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι επιλέγει την πώληση περιουσιακών στοιχείων για να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη άλλων τομέων της επιχείρησης τους.

Από τα ευρήματα προκύπτει πως οι πράξεις πώλησης περιουσιακών στοιχείων που αποτιμούνται θετικά έχουν τρία κοινά χαρακτηριστικά:

– Όταν δημιουργείται θετικός αντίκτυπος στην πολλαπλασιαστική αξία της υπόλοιπης εταιρείας
– Όταν η τιμή πώλησης ξεπερνά τις προσδοκίες και
– Όταν η πώληση ολοκληρώνεται πριν τα προβλεπόμενα χρονοδιαγράμματα

Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων στην έρευνα καταδεικνύουν ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στις πράξεις πώλησης περιουσιακών στοιχείων.

Μόνο το 19% των ερωτηθέντων απάντησε πως πληρούνταν και τα τρία προαναφερόμενα κριτήρια σε πωλήσεις που διενήργησαν.

Το 66% των ερωτηθέντων απάντησαν πως καταγράφηκε αύξηση πολλαπλασιαστικής αξίας της υπόλοιπης επιχείρησης μετά την τελευταία πώληση, ενώ το 74% δήλωσε πως θα προχωρούσε σε πώληση περιουσιακών στοιχείων για να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη άλλων τομέων.

Στην ερώτηση με ποιούς τρόπους θα μπορούσαν να αυξήσουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων που είναι προς πώληση, 55% των συμμετεχόντων απάντησαν πως χρειάζονται καλύτερα εργαλεία ανάλυσης για να βελτιωθεί η εξέταση του χαρτοφυλακίου.

Ο επικεφαλής των υπηρεσιών Divestiture Advisory της ΕΥ παγκοσμίως Paul Hammes σχολίασε πως περισσότερες από τις μισές εταιρείες που συμμετείχαν στην έρευνα αναμένουν ότι οι πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων για στρατηγικούς λόγους θα αυξηθούν τους επόμενους 12 μήνες. “Το προηγούμενο έτος η δραστηριότητα στον κλάδο των Εξαγορών και Συγχωνεύσεων αυξήθηκε σημαντικά φτάνοντας σε επίπεδα προ παγκόσμιας κρίσης. Οι επιχειρήσεις είναι υπό συνεχή πίεση για να βελτιώσουν την αποδοτικότητα του χαρτοφυλακίου τους και τις αποδόσεις για τους μετόχους τους”, ανέφερε.

Ενδεικτικό της διάθεσης που υπάρχει για πώληση περιουσιακών στοιχείων είναι και το γεγονός ότι 47% των συμμετεχόντων αναφέρουν πως θα πωλούσαν έστω κι αν δεν ήταν μέρος της στρατηγικής τους εάν τους προσφερόταν Premium μεταξύ 10-20%. Μάλιστα, το 1/3 από αυτούς θα δεχόταν Premium και κάτω του 10%. «Αυτή η απάντηση προκαλεί το ερώτημα κατά πόσον οι εταιρείες γνωρίζουν την πραγματική αξία των επιχειρήσεων τους. Αν οι εταιρείες δεν πραγματοποιούν τακτικές αξιολογήσεις στη βάση δεδομένων ακριβείας, τότε δεν μπορούν να αξιολογήσουν σωστά αν ο αγοραστής προσφέρει premium ή όχι», σημειώνει η ΕΥ στην έρευνά της.

Ο επικεφαλής του Τμήματος Χρηματοοικονομικών Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της ΕΥ Κύπρου Στέλιος Δημητρίου σχολίασε ότι οι πρακτικές των εταιρειών ανά το παγκόσμιο, σε σχέση με τη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμα παραδείγματα για τις κυπριακές επιχειρήσεις. “Σε μια περίοδο που οι πηγές χρηματοδότησης στην εγχώρια αγορά είναι είτε ιδιαίτερα περιορισμένες είτε ιδιαίτερα ακριβείς, το ενδεχόμενο πώλησης περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν βρίσκονται στον πυρήνα των εργασιών μιας επιχείρησης αποτελεί μια καλή επιλογή για χρηματοδότηση περαιτέρω ανάπτυξης”, επεσήμανε. Κάτι τέτοιο όμως, τόνισε, “θα πρέπει να γίνει κατόπιν σωστής μελέτης και ανάλυσης των δεδομένων και σίγουρα αφού η επιχείρηση βεβαιωθεί ότι τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις κλειδιά για επιτυχημένη πώληση όπως καταγράφονται στην έκθεση της ΕΥ”.

Σημειώνεται ότι για το σκοπό της έρευνας λήφθηκαν συνεντεύξεις από 800 εκτελεστικά στελέχη επιχειρήσεων από την Αμερική, την Ασία, την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, την Ινδία και την Αφρική. Οι συνεντεύξεις λήφθηκαν μεταξύ Νοεμβρίου 2014 και Ιανουαρίου 2015 από την FT Remark του Ομίλου των Financial Times. Το 85% των στελεχών που έλαβαν μέρος ήταν CEO’s, CFO’s ή άλλα ανώτερα στελέχη.