Σε νέο ιστορικό χαμηλό επίπεδο έναντι του δολαρίου υποχώρησε χθες σήμερα η τουρκική λίρα, καθώς οι παρεμβάσεις των κρατικών τραπεζών της Τουρκίας απέτυχαν να συγκρατήσουν την υποτίμηση του τουρκικού νομίσματος.

Το τουρκικό νόμισμα υποχωρούσε μέχρι και 3,2%, στις 7,2775 λίρες έναντι του δολαρίου, προτού ανακάμψει ελαφρώς στις 7,2270 λίρες.

Επίσης, το κόστος ασφάλισης των κρατικών ομολόγων της Τουρκίας έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας (CDS) εκτινάχθηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών μηνών, ενώ το χρηματιστήριο της Τουρκίας υποχωρεί κατά 3,2%, παρουσιάζοντας την χειρότερη απόδοση κατά το τρέχον έτος μεταξύ των αναπτυσσόμενων οικονομιών.

Σύμφωνα με το Bloomberg, στους λόγους πιέσεων της τουρκικής λίρας συμπεριλαμβάνονται οι ανησυχίες για το ύψος των αποθεμάτων της Τουρκίας σε ξένο συνάλλαγμα και για έναν επιθετικό κύκλο νομισματικής χαλάρωσης, τροφοδοτώντας εκροή ξένων κεφαλαίων από την χώρα.

Αναφέρει επίσης ότι με την πίεση να αυξάνεται στο τουρκικό νόμισμα, οι αρχές της Τουρκίας στηρίζονται στις κρατικές τράπεζες για να ενισχύσουν τη λίρα, πωλώντας δολάρια, αντί να αυξήσουν τα επιτόκια ή να περιορίσουν την προσφορά πίστωσης.

Η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας έχει προχωρήσει σε 1.575 μονάδες βάσης μείωση των επιτοκίων σε εννέα διαδοχικά βήματα από τον Ιούλιο του 2019, οδηγώντας το κόστος δανεισμού, προσαρμοσμένο ως προς τον πληθωρισμό, κάτω από το μηδέν.

Εν τω μεταξύ, οι κρατικές τράπεζες παρείχαν κίνητρα για παροχή δανείων σε όλη την οικονομία και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής διοχέτευαν ρευστότητα, μαζεύοντας κρατικά ομόλογα.

Όπως δήλωσε ο στρατηγικός αναλυτής στη Rabobank του Λονδίνου Piotr Matys, Τούρκοι αξιωματούχοι πιθανότατα θα χρησιμοποιήσουν άλλα εργαλεία προτού καταφύγουν σε αύξηση των επιτοκίων, όπως είναι η επιβολή «αυστηρών ορίων» στις αγορές δολαρίων για Τούρκους κατοίκους ή η ουσιαστική αύξηση των φόρων για τέτοιου είδους συναλλαγές.

“Η ουσιαστική αύξηση των επιτοκίων θα ήταν μια παραδοχή ότι απέτυχε η στρατηγική της μείωσης των επιτοκίων πολύ κάτω από τα επίπεδα που θα δικαιολογεί η προοπτική για το ύψους του πληθωρισμού και της αντιστάθμισης των πραγματικών αρνητικών επιτοκίων με δαπανηρές παρεμβάσεις συναλλάγματος», υπογράμμισε.