Παραδοσιακά ένας συναλλαγματικός πόλεμος είναι η προσπάθεια μιας χώρας να υποτιμήσει το νόμισμα της, με στόχο να περιορίσει το σχετικό κόστος της έτσι ώστε να αυξήσει τις εξαγωγές της, να πολλαπλασιάσει τις θέσεις εργασίας της, καθώς επίσης να εξυγιάνει και να αναπτύξει περαιτέρω την οικονομία της, εις βάρος των άλλων χωρών. Στην περίπτωση αυτή, το νόμισμα χρησιμοποιείται σαν όπλο, με στόχο να επιφέρει οικονομικές ζημίες στον ή στους εκάστοτε αντιπάλους χωρίς δυστυχώς να αποφεύγονται οι παράπλευρες απώλειες των υπολοίπων κρατών, τα οποία δεν συμμετέχουν ενεργά. Συνάμα με τα πιο πάνω, η αξία του νομίσματος είναι η Αχίλλειος πτέρνα μιας χώρας αφού, εάν τυχόν καταρρεύσει, παρασύρει όλα τα υπόλοιπα σε ολική κατάρρευση.

Ειδικότερα, εάν καταφέρει κανείς να καταστρέψει το νόμισμα ενός κράτους, τότε καταστρέφει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία, τα οποία ουσιαστικά εκφράζονται στο νόμισμα με αποτέλεσμα να οδηγείται ολόκληρο το κράτος στην απόλυτη καταστροφή. Η εσωτερική υποτίμηση, η οποία μας επιβλήθηκε πρόσφατα (δες περιοδικό Economist 6 Απριλίου 2013), έχει σχετικά ανάλογα αποτελέσματα αφού μειώνεται η αξία όλων των περιουσιακών μας στοιχείων, καταρρέει το ΑΕΠ, εξαθλιώνεται ο πληθυσμός, κλπ. Επομένως, το νόμισμα είναι ο κεντρικός στόχος κάθε χρηματοπιστωτικού επιθετικού πολέμου οπότε η οχύρωση του, θα έπρεπε να είναι η βασική φροντίδα του οικονομικού στρατού της αμυνόμενης χώρας. Είναι απόλυτη η ανάγκη ενίσχυσης της χώρας μας, με έναν ανάλογο οικονομικό στρατό εκπαιδευμένο στις μεθόδους και στα όπλα, με τα οποία διενεργούνται οι σύγχρονοι πόλεμοι. Κάτω από την μνημονιακή επιτήρηση που ζούμε σήμερα, η ανάγκη αυτή είναι επείγουσα, επειδή η εισβολή που αντιμετωπίζουμε ήδη, ευρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη ενώ ο πόλεμος θα έχει χαθεί οριστικά, όταν και εάν λεηλατηθεί η δημόσια, καθώς επίσης η ιδιωτική περιουσία των Κυπρίων.

Εξετάζοντας, όμως, τα πιο πάνω στη βάση ενός μακροπρόθεσμου χρονικού ορίζοντα (δηλαδή δυναμικά και όχι στατικά) η Κύπρος βρίσκεται εδώ και καιρό στο επίκεντρο της διαμάχης μεταξύ των διεθνών μορφωμάτων τα οποία διαχειρίζονται τους πόρους των κρατών, όπως είναι τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης την οποία εμείς επιτρέψαμε με τις πράξεις μας είναι μόνο η αρχή. Η κατάσταση είναι σε μεγάλο βαθμό εκτός ελέγχου αφού έχει εισέλθει στο παιχνίδι εκτός από τις ΗΠΑ-Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ρωσία, συμμετέχοντας στο γεωπολιτικό πόκερ της περιοχής μας, με τα ενεργειακά της ενδιαφέροντα.

Παρόλα αυτά η Κύπρος, από γεωπολιτικής πλευράς, βρίσκεται σε μια εξαιρετικά πλεονεκτική θέση, ίσως στην καλύτερη της ιστορίας της. Θα πρέπει όμως να σταματήσουμε να είμαστε ερασιτέχνες και να προσπαθήσουμε να προβλέψουμε το μέλλον χαράσσοντας μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς.  Για να επιβιώσουμε και για να αποδεσμευτούμε από την μακροπρόθεσμη μνημονιακή επιτήρηση χρειαζόμαστε συμμάχους. Δύο είναι οι διαθέσιμες επιλογές για ενεργειακές συμμαχίες. Είτε συμμαχία με τις ΗΠΑ είτε συμμαχία με την Ρωσία. Ας εξετάσουμε την κάθε επιλογή ξεχωριστά.

Οι συνεχείς αγώνες της Ρωσίας να διατηρήσει την δεσπόζουσα θέση της όσο αφορά την παροχή φυσικού αέριου στην Ευρώπη, εμποδίζοντας όπου και όπως μπορεί την πρόοδο του εναλλακτικού αγωγού φυσικού αερίου Nabucco, ο οποίος θα περνά διά μέσου της Τουρκίας, είναι γεγονός. Η πιθανότητα να γίνονται εξαγωγές φυσικού αερίου από την Κύπρο με τη συμμετοχή του Ισραήλ προς την Ευρώπη, ίσως να αποτελεί αφορμή πολέμου για τη Ρωσία. Για να είναι εφικτή οποιαδήποτε ενεργειακή συμμαχία Κύπρου-Ρωσίας θα πρέπει η Κύπρος να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση και να ενταχθεί πλέον στην Ευρασιατική Ένωση. Αυτό ήταν και το πρόσφατο κάλεσμα του Ρώσου πρόεδρου Βλαντιμίρ Πούτιν όπου ζήτησε από την Κύπρο να εγκαταλείψει την Ευρωζώνη και να ενταχθεί στην Ευρασιατική Ένωση με όλα τα γεωστρατηγικά ευεργετήματα μιας τέτοιας λύσης. Πρόκειται για χώρες με κοινή βάση με τους Έλληνες, γεγονός που ενισχύεται από την ορθόδοξη θρησκεία.

Όπως πρόσφατα δήλωσε ο σύμβουλος του Ρώσου πρόεδρου, Σεργκέι Γκλάζιεφ, τα προβλήματα της Κύπρου θα μπορούσαμε να τα επιλύσουμε, εάν η Κύπρος βρισκόταν στα πλαίσιο μια ενιαίας δικαιοδοσίας, π.χ., στην Ευρασιατική Οικονομική Ένωση. Τότε, θα μπορούσε να παίρνει δάνεια από τα αποθέματα της Ευρασιατική Ένωσης, όπως κάνουν τώρα το Τατζικιστάν, το Κιργιστάν και η Λευκορωσία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό συμμαχίας η Ρωσία θα μπορούσε να εξαγοράσει όλα τα αποθέματα υδρογονανθράκων της Κύπρου άλλα να μην τα εξορύξει (δες περιοδικό Economist 23 Μαρτίου 2013), παρά μόνο όταν χρειαστεί, διατηρώντας έτσι την ηγετική της θέση ως παροχέας φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.

Από την άλλη πλευρά οποιαδήποτε ενεργειακή συνεργασία με τις ΗΠΑ θα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, παραμένοντας ταυτόχρονα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης. Τέτοια ενεργειακή συμμαχία θα προνοεί την άμεση λύση του Κυπριακού προβλήματος και την πιθανή διοχέτευση του Κυπριακού φυσικού αέριου (ίσως και αυτό του Ισραήλ) στο Ευρωπαϊκό δίκτυο με αγωγό μέσω Τουρκίας. Αναφέρθηκε πολλές φορές ότι σε τέτοια περίπτωση η Κύπρος θα εξαρτάται από την Τουρκία  αφού θα μπορεί να σταματά την ροή του φυσικού αερίου όποτε αυτή θα το ήθελε. Στην πραγματικότητα το αντίθετο θα συμβαίνει αφού δεν είναι η Κύπρος που θα απομονώνεται ενεργειακά αλλά η Ευρώπη και η Τουρκία μαζί με όλα τα επακόλουθα στην οικονομία τους.

Με την ενεργειακή συμμαχία Κύπρου-ΗΠΑ μια τέτοια περίπτωση θα είναι απομακρυσμένη. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η Τουρκία έχει απαιτήσει το 15% του φυσικού αερίου, το οποίο θα μεταφέρεται από τον αγωγό Nabucco μέσω της επικράτειάς της για ιδία χρήση ή για μεταπώληση στις διεθνείς αγορές. Φυσικά οι Ευρωπαϊκή Ένωση έχει απορρίψει σε κάποιο βαθμό αυτή την απαίτηση, αναζητώντας επιπλέον λύσεις μια εκ των οποίων είναι η υγροποίηση του Κυπριακού φυσικού αερίου (και αυτού από το Ισραήλ) και η μεταφορά του με πλοία πράγμα το οποίο μπορεί να αυξάνει το κόστος του τελικού προϊόντος. Ίσως ο συνδυασμός αγωγού και υγροποίησης να είναι στρατηγικά η καλύτερη λύση στην περίπτωση ενεργειακής συμμαχίας Κύπρου-ΗΠΑ.

Οι δύο πιο πάνω επιλογές θα πρέπει να διερευνηθούν διεξοδικά και να παρθούν από την Πολιτεία σοβαρές αποφάσεις προς όφελος τον επόμενων γενεών. Θα πρέπει να καταλήξουμε στην ενεργειακή συμμαχία η οποία θα μπορεί να προσφέρει τις καλύτερες εγγυήσεις για την ασφάλεια και την ευημερία της χώρας μας με την προοπτική της άμεσης απεξάρτησης από την μνημονιακή επιτήρηση.

Δρ. Ανδρέας Πουλλικκάς
Αναπληρωτής Καθηγητής Ενεργειακής Πολιτικής στο American University of Sharjah