Η Ελληνική Τράπεζα επέδειξε υποδειγματική ανθεκτικότητα και δύναμη σε μια εξαιρετικά δύσκολη χρονιά και σε ένα περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις λόγω της πανδημίας, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητα ενός μεγάλου τραπεζικού ιδρύματος, δήλωσε ο μεταβατικός Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής του Ομίλου της Ελληνικής Τράπεζας Φοίβος Στασόπουλος, από το βήμα της 47ης Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης της Ελληνικής Τράπεζας.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ελληνικής, ο κ. Στασόπουλος υπενθύμισε πως από την αρχή της κρίσης η Ελληνική Τράπεζα κατάφερε να διατηρήσει σε λειτουργία το δίκτυό της και να αναβαθμίσει τις ψηφιακές της υπηρεσίες, εξυπηρετώντας απρόσκοπτα τους πελάτες της, στήριξε τις βιώσιμες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και διατήρησε ασφαλείς συνθήκες για το προσωπικό και τους πελάτες.

«Υποστηρίξαμε και υποστηρίζουμε ενεργά την κυπριακή οικονομία και κοινωνία καθώς θεωρούμε την επιστροφή σε ομαλή οικονομική δραστηριότητα ως εθνική προτεραιότητα», είπε.

Απευθυνόμενος στους μετόχους, ο κ. Στασόπουλος υπογράμμισε ότι η Ελληνική Τράπεζα ήταν προετοιμασμένη και αντιμετώπισε την κρίση από θέση ισχύος.

Στάθηκε συγκεκριμένα στην ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια στο 22,3%, η οποία είναι από τις ψηλότερες μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών τραπεζών, στην ισχυρή ρευστότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται από τον Δείκτη Απαίτησης Κάλυψης Ρευστότητας στο 477% και στον μειωμένο κίνδυνο στον ισολογισμό της Τράπεζας, αφού οι καθαρές Μη Εξυπηρετούμενες Χορηγήσεις προς περιουσιακά στοιχεία περιορίζονται μόνο σε 2,8%.

Όπως είπε, πρωταρχικός στόχος το 2020 ήταν η στήριξη των πελατών και η περαιτέρω μείωση των κινδύνων στον ισολογισμό, λαμβάνοντας υπόψη τις αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας. Έτσι, το 2020 η Τράπεζα χορήγησε νέες πιστώσεις ύψους €1,04 δις, επίδοση ρεκόρ για την Ελληνική Τράπεζα, ενώ παραχώρησε αναστολή στην πληρωμή δόσεων σε περίπου 21.000 πελάτες με δανεισμό ύψους €2,8 δις στις 31 Δεκεμβρίου 2020.

«Με συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση των δανείων σε αναστολή, και με συνεχή επαφή με τους επηρεαζόμενους πελάτες, παρέχοντας στήριξη εκεί και όπου υπήρχε ανάγκη και δυνατότητα, καταφέραμε να διατηρήσουμε το επίπεδο των καθυστερήσεων σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Συγκεκριμένα, η συμπεριφορά στις πληρωμές συνεχίζει να είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική, με τις αποπληρωμές να καλύπτουν το 95% των δανειοληπτών που είχαν τουλάχιστον μία πληρωμή δόσης μέχρι το τέλος Απριλίου 2021», υπογράμμισε.

Ο κ. Στασόπουλος ανάφερε ότι το κέρδος πριν από τις απομειώσεις για το 2020 ανήλθε σε €126 εκατ., μειωμένο κατά 5% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, με τη μείωση να οφείλεται κυρίως στα χαμηλότερα έσοδα από τις εξυπηρετούμενες χορηγήσεις και στα χαμηλότερα έσοδα από τα Κυπριακά Κυβερνητικά Ομόλογα που έληξαν.

Επίσης, στάθηκε ιδιαίτερα στις προσπάθειες που έγιναν για μείωση του δείκτη των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ).

Όπως είπε, λόγω της πανδημίας δεν ήταν δυνατή η πώληση ενός σημαντικού χαρτοφυλακίου ΜΕΧ που είχε προγραμματιστεί όμως ολοκληρώθηκε η πώληση δύο μικρότερων χαρτοφυλακίων συνολικού ύψους €160 εκατ. (συμβατικών χορηγήσεων). Έτσι, πρόσθεσε, με αυτές τις πωλήσεις και με ενέργειες για οργανική απομόχλευση, ο δείκτης των MEX (εξαιρουμένων των ΜΕΧ που καλύπτονται από τo ΠΠΣ), μειώθηκε σε 15,7% στις 31 Δεκεμβρίου 2020, από 24,9% στις 31 Δεκεμβρίου 2019.

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της Ελληνικής Τράπεζας Δρ Ευριπίδης Πολυκάρπου υπογράμμισε ότι στόχος της Ελληνικής Τράπεζας είναι να καταστεί η πρώτη επιλογή, η πιο ασφαλής τράπεζα και ο πιο αξιόπιστος συνεργάτης για τους πελάτες της.

«Αυτό θα γίνει μέσα από τον εκσυγχρονισμό και την ψηφιοποίηση των υπηρεσιών μας, με την απλοποίηση των χρονοβόρων διαδικασιών, την προσφορά μιας πλούσιας γκάμας προϊόντων για όλες τις ανάγκες και φυσικά μέσα από μια καλά σχεδιασμένη πελατοκεντρική στρατηγική. Η πανδημία, μαζί με τις προκλήσεις έφερε και την ευκαιρία να επιταχύνουμε αλλαγές τις οποίες προγραμματίζαμε σχετικά με την ψηφιοποίηση των υπηρεσιών μας”, είπε.

«Έτσι, τολμώ να πω», είπε, «ότι η Ελληνική Τράπεζα έκανε άλματα προόδου στην ψηφιακή της μετεξέλιξη την χρονιά που μας πέρασε. Στόχος μας είναι η περαιτέρω τεχνολογική αναβάθμιση της Τράπεζας, η ριζοσπαστική απλοποίηση των διαδικασιών προς όφελος του πελάτη και η τάχιστη μετάβαση όλων των πελατών στα εναλλακτικά και ψηφιακά κανάλια εξυπηρέτησης», κατέληξε