Κέρδη μετά τη φορολογία ύψους €12,9 εκατομμυρίων παρουσίασε για το πρώτο τρίμηνο του 2021 η Ελληνική Τράπεζα, καταγράφοντας το τέταρτο συνεχόμενο τρίμηνο κερδοφορίας παρά την πανδημία της Covid-19.

Ταυτόχρονα, η τράπεζα παρουσίασε ανεπαίσθητη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων κατά 1% ή €18 εκατ. σε σύγκριση με το δ’ τρίμηνο του 2020, που αποδίδεται στην αλλαγή του ορισμού της αθέτησης υποχρεώσεων παρά στην πανδημία της. Οι συνολικές μεικτές ΜΕΧ διαμορφώθηκαν στα €1,52 δις από €1,50 δις το τέταρτο τρίμηνο του 2020, με τον δείκτη ΜΕΧ να διαμορφώνεται στο 15,8% εξαιρουμένων των ΜΕΧ που καλύπτονται από το πρόγραμμα προστασίας περιουσιακών στοιχείων.

Στο πρώτο τρίμηνο του 2021, η τράπεζα κατέγραψε ζημιές απομείωσης δανείων €7,1 εκατ. (€7,4 εκ στο σύνολο) ανεβάζοντας τον δείκτη κάλυψης ΜΕΧ στο 47,6% από 46,9% το προηγούμενο τρίμηνο, ενώ βελτίωση παρουσίασαν οι κεφαλαιακοί δείκτες με τον δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1) να βρίσκεται στο 22,2% το πρώτο τρίμηνο του 2021 από 20,01% το προηγούμενο τρίμηνο και τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 22,54% από 22,34% το προηγούμενο τρίμηνο.

«Οι ισχυρές επιδόσεις της Τράπεζας συνεχίστηκαν, αποφέροντας κέρδη μετά τη φορολογία ύψους €12,9 εκατ.», ανέφερε σε δήλωσή του ο Φοίβος Στασόπουλος, Μεταβατικός Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής της τράπεζας, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα.

Σημειώνοντας πως με τη σταδιακή επανεκκίνηση της οικονομίας και την εφαρμογή ενός ισχυρού δημοσιονομικού πακέτου στήριξης και ρευστότητας, συγκεκριμένοι τομείς έχουν ήδη παρουσιάσει σημάδια ανάκαμψης, τόνισε πως «παρά την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, τα οικονομικά αποτελέσματα για την 1η τριμηνία του 2021 επιβεβαιώνουν την ισχυρή θέση της Ελληνικής Τράπεζας και την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μας μοντέλου».

Ο κ. Στασόπουλος σημείωσε ακόμη ότι η τράπεζα συνεχίζει να εστιάζει τη προσοχή της στο δανειακό χαρτοφυλάκιο ύψους €2,8 δισ. των πελατών που βρίσκονται κάτω από το μορατόριουμ δόσεων του 2020, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία καθυστερήσεων και νέων ΜΕΧ.

Εξέφρασε ικανοποίηση για το ότι «η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των δανειοληπτών αποπληρώνουν τις δόσεις τους κανονικά ή έχουν υιοθετήσει αναδιαρθρώσεις, όπου αυτό ήταν απαραίτητο και δικαιολογημένο».

Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε σε συνέντευξη Τύπου για τη παρουσίαση των αποτελεσμάτων, η οριακή άνοδος των ΜΕΧ αποδίδεται κυρίως στην αλλαγή του ορισμού της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής για την αθέτηση υποχρεώσεων ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2021.

Παράλληλα, ο κ. Στασόπουλος τόνισε πως η περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων βρίσκεται στις προτεραιότητες της τράπεζας, η οποία εξετάζει όλες τις επιλογές περιλαμβανομένης της οργανικής (αναδιαρθρώσεις και ανταλλαγές ακινήτων έναντι χρέους) και μη οργανικής μείωσης, με μικρές ή μεγαλύτερες πωλήσεις χαρτοφυλακίων ΜΕΧ.

Απαντώντας σε ερώτηση για τον στόχο της μείωσης των ΜΕΧ σε μονοψήφιο ποσοστό, ο κ. Στασόπουλος είπε πως ενδεχομένως ο στόχος να επιτευχθεί και νωρίτερα της τριετίας. «Θεωρούμε ότι η περίοδος είναι η κατάλληλη, έχει καιρό που το σχεδιάζουμε, είναι στα πλάνα μας», είπε.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι ΜΕΧ ανήλθαν στα €1.521 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2021 σε σύγκριση με €1.503 εκατ. στις 31 Δεκεμβρίου 2020, σημειώνοντας αύξηση ύψους 1%. Αντίστοιχα ο δείκτης των ΜΕΧ εξαιρουμένων των ΜΕΧ που καλύπτονται από το ΠΠΣ ανήλθε στις 31 Μαρτίου 2021 ήταν 15,8%  από το 15,7% στο τέλος του 2020.

Εξάλλου, ο Ανώτατος Διευθυντής Διαχείρισης Κινδύνων, Τζόζεφ Αντωνίου είπε πως τα μηνύματα από τον τερματισμό του μορατόριουμ είναι πολύ ενθαρρυντικά, ότι από στις 24 Μαΐου το επίπεδο αποπληρωμών ανέρχεται στο 95% και πρόσθεσε χαρακτηριστικά πως οι καθυστερήσεις βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με πριν την περίοδο του κορωνοϊού.

Ανέφερε ακόμη πως το 25% δανείων που βρίσκονται σε μορατόριουμ ύψους €550 εκατ. έχει προχωρήσει σε προπληρωμές δόσεων.

Μείωση νέων χορηγήσεων το α’ τρίμηνο

Το πρώτο τρίμηνο του 2021 τα νέα δάνεια διαμορφώθηκαν στα €166 εκατ. μειωμένα σχεδόν κατά 50% σε σύγκριση με €328 εκατ. στο τέλος του 2020, με τον κ. Στασόπουλο να χαρακτηρίζει δικαιολογημένη την μείωση, εξηγώντας πως η προτεραιότητα της τράπεζας «ήταν να αποφύγουμε την δημιουργία των νέων καθυστερήσεων» και η στήριξη των πελατών, προσθέτοντας ότι ο δανεισμός του 2020 ακολουθούσε το μομέντουμ του 2019.

Σημείωσε δε πως ο νέος δανεισμός επηρεάστηκε από τη συνέχιση της κρίσης με τα επιχειρηματικά δάνεια να επηρεάζονται περισσότερο, αφού οι επιχειρήσεις ανέβαλαν επενδύσεις και επικεντρώθηκαν στην διατήρηση της ρευστοτικής τους κατάστασης.

Ευκαιρία δανεισμού μέσω του Σχεδίου Ανάκαμψης

Εξάλλου, ο επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας Ανδρέας Ασσιώτης είπε πως ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται να κυμανθεί στο 4% το 2021, με την ανάπτυξη το 2022 να ωθείται και από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ύψους €1,2 δισ, μέσω του οποίου αναμένονται να κινητοποιηθούν ιδιωτικά κεφάλαια ύψους €1,4 δις, που αφορούν επενδύσεις κυρίως για την πράσινη μετάβαση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

«Η τράπεζα είναι σε θέση να στηρίξει και είναι σύμμαχος στην υλοποίηση του σχεδίου», είπε, ενώ αναφερόμενος στα κρατικά σχέδια για τη ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή της ηλεκτροκίνησης και της υιοθέτησης της τεχνολογίας, σημείωσε η τράπεζα βρίσκεται σε συζητήσεις αναφορικά με τα σχέδια κινήτρων του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Εμπορίου τα οποία θα δημοσιευτούν σε κατοπινό στάδιο.

Εξετάζονται όλες οι επιλογές για αξιοποίηση της ρευστότητας

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, στις 31 Μαρτίου 2021, οι καταθέσεις πελατών ανήλθαν σε €14,3 δισ. σε σύγκριση με €14,2 δις στο τέλος του 2020, ενώ το σύνολο των μετρητών και καταθέσεων του Ομίλου σε άλλες τράπεζες και Κεντρικές Τράπεζες, ανήλθε στις 31 Μαρτίου 2021 σε €4.221 εκατ. ενώ το πλεόνασμα ρευστότητας της τράπεζας ανέρχεται στα €5,6 δις.

Ερωτηθείς αν εξετάζεται επιβολή αρνητικών επιτοκίων σε νοικοκυριά, έπειτα από την επιβολή αρνητικών επιτοκίων σε εταιρικές καταθέσεις, ο κ. Στασόπουλος είπε ότι εξετάζονται όλα τα ενδεχόμενο στο πλαίσιο της διαχείρισης των καταθέσεων οι οποίες προκαλούν αυξημένο κόστος λόγω των πολιτικής αρνητικών επιτοκίων από τις Κεντρικές Τράπεζες.

Τόνισε όμως ότι δεν διαβλέπει την επιβολή αρνητικών επιτοκίων σε λιανικούς χωρίς να προσφέρονται εναλλακτικές επιλογές στους πελάτες.

Σημείωσε πως η τράπεζα είναι προσηλωμένη στον συνετό δανεισμό στο εσωτερικό, προσθέτοντας πως εξετάζονται οι επιλογές δανεισμού στο εξωτερικό κάτι που έχει ήδη γίνει μέσω της συμμετοχής της τράπεζας σε κοινοπρακτικά δάνεια.

Στον νέο CEO η ανανέωση της συλλογικής σύμβασης με ΕΤΥΚ

Ερωτηθείς τέλος για τις διεργασίες για ανανέωση της συλλογικής σύμβασης, ο κ. Στασόπουλος είπε πως η ειλικρινής πρόθεση και προσπάθεια της τράπεζας για εξεύρεση κοινού εδάφους με στόχο την υπογραφή της συλλογικής σύμβασης ήταν και παραμένει.

«Οι σχετικές προσπάθειες δεν έχουν μέχρι στιγμής καταλήξει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα», είπε, προσθέτοντας πως αναμένεται μέχρι το τέλος Ιουνίου να αναλάβει καθήκοντα η νέα διευθυντική ομάδα με τον νέο Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή και τον Ανώτατο Οικονομικό Διευθυντή της τράπεζας. «Θεωρώ ότι θα υπάρχει δυνατότητα για να συνεχιστεί αυτή η προσπάθεια για να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, τα καθαρά έσοδα από τόκους για την 1η τριμηνία του 2021 ήταν €65,3 εκατ., μειωμένα κατά 6% σε σχέση με €69,1 εκατ. για την 1η τριμηνία του 2020.  Η μείωση σε ετήσια βάση οφειλόταν κυρίως στα χαμηλότερα έσοδα από τις εξυπηρετούμενες χορηγήσεις (μείωση των βασικών επιτοκίων δανεισμού) και στα χαμηλότερα έσοδα από χρεόγραφα (Κυπριακά Κυβερνητικά Ομόλογα (ΚΚΟ) με ονομαστική αξία €750 εκατ. έληξαν το Δεκέμβριο 2020), η οποία καλύφθηκε εν μέρει από τις συνεχιζόμενες μειώσεις του μέσου κόστους των καταθέσεων.

Τα συνολικά έξοδα για την 1η τριμηνία του 2021 ανήλθαν σε €66,4 εκατ. σε σύγκριση με €63,3 εκατ. την 1η τριμηνία του 2020, ήταν αυξημένα κατά 5% κυρίως λόγω αυξημένων εξόδων προσωπικού, τα οποία ανήλθαν σε €35,3 εκατ. και αντιπροσώπευαν το 53% των συνολικών εξόδων του Ομίλου. Ο Δείκτης εσόδων προς έξοδα διαμορφώθηκε στο 74,3% σε σύγκριση με 68.1% τη αντίστοιχη περίοδο του 2020 και 71% το τέταρτο τρίμηνο του 2020.