Σε επιβεβαίωση της μακροπρόθεσμης και βραχυπρόθεσμης πιστοληπτικής αξιολόγησης της Τράπεζας Κύπρου στο B+ και B, αντίστοιχα, προχώρησε χθες βράδυ ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Standard & Poor’s, διατηρώντας παράλληλα τις προοπτικές της τράπεζας σε σταθερό ορίζοντα.

Η απόφαση του αυτή, σύμφωνα με τον αμερικανικό οίκο, αντικατοπτρίζει την πεποίθησή του ότι ενώ η Τράπεζα Κύπρου ολοκλήρωσε πρόσφατα αρκετές ενέργειες για την ενίσχυση των κεφαλαίων της, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης πρόσθετου κεφαλαίου κατηγορίας 1 και της διάθεσης περιουσιακών στοιχείων, «η κεφαλαιοποίησή της παραμένει συνολικά αδύναμη σε σύγκριση με τους κινδύνους που αναλαμβάνει η τράπεζα».

Αυτό παρατηρείται, σύμφωνα με τον S&P, στα πολύ υψηλά αποθέματα Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων (ΜΕΧ), τα οποία ανέρχονταν στο 35% των ακαθάριστων δανείων στην 31η Μαρτίου του 2019 και στην κλίση της τράπεζας προς το λιανικό εμπόριο και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν ιστορικά αποδειχθεί πιο δύσκολο να αντιμετωπιστούν.

Η κορυφαία θέση που διαθέτει η Τράπεζα Κύπρου στην εγχώρια αγορά και η άφθονη ρευστότητα της υποστηρίζουν την αξιολόγηση της, υπογραμμίζει ο οίκος.

Αναφορικά με τις σταθερές προοπτικές της Τράπεζας Κύπρου, ο διεθνής οίκος αξιολόγησης αναφέρει πως αυτές αντανακλούν την προσδοκία του ότι η τράπεζα θα συνεχίσει να μειώνει τους κινδύνους στον ισολογισμό της, διατηρώντας παράλληλα την κεφαλαιοποίησή της στα τρέχοντα επίπεδα κατά τους επόμενους 12-18 μήνες.

Αναφέροντας ότι το ποσοστό των αναπροσαρμοσμένων κεφαλαίων κινδύνου (RAC) ανήλθε σε 5,6% στις 31 Δεκεμβρίου 2018, ο Standard & Poor’s εκτιμά ότι το ποσοστό αυτό θα ανέλθει στο 6,0% -6,5% μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020, λόγω της νομοθεσίας που ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2019 για μετατροπή των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (ΑΦΑ) σε αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (ΑΦΠ), την πώληση του μεριδίου της τράπεζας στην CNP Cyprus Insurance Holdings τον Ιούνιο του 2019 και την συναλλαγή Helix.

Αυτοί οι θετικοί παράγοντες θα αντισταθμιστούν μερικώς, σύμφωνα με τον οίκο, από την εξασθένιση των κεφαλαίων της τράπεζας, λόγω των πιθανών ζημιών που θα προκύψουν κατά τα επόμενα δύο χρόνια.

Συγκεκριμένα, ο διεθνής οίκος πιστεύει ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους θα παραμείνουν υπό πίεση εξαιτίας του περιβάλλοντος εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων και λόγω του ότι οι ανάγκες σε προβλέψεις επισφαλών δανείων θα παραμείνουν υψηλές.

Προβλέπουμε ότι Τράπεζα Κύπρου θα προχωρήσει σε προβλέψεις συνολικού ποσοστού 2,5% -3,0% των ακαθάριστων δανείων της, σωρευτικά το 2019 και το 2020, γεγονός που συμβαδίζει με την προσδοκία μας, τονίζει.

Παράγοντες αναβάθμισης των αξιολογήσεων της Τράπεζας Κύπρου

Όσον αφορά το ενδεχόμενο αναβάθμισης της Τράπεζας Κύπρου στο μέλλον, ο S&P τονίζει πως θα μπορούσε να αναβαθμίσει την αξιολόγηση της εάν η τράπεζα μειώσει με ταχύτερο ρυθμό από τον αναμενόμενο τις ΜΕΧ, έτσι ώστε το ποσοστό τους να υποχωρήσει σημαντικά κάτω από το 20% και ταυτόχρονα βελτιώσει σταδιακά την αποδοτικότητα της και τις προοπτικές της λειτουργικής κερδοφορίας της.

«Μια σημαντική μείωση των ΜΕΧ θα μπορούσε να συμβεί, κατά την άποψή μας, μέσω περαιτέρω έκτακτων συναλλαγών στην αγορά», υπογραμμίζει.

Επιπλέον, ο αμερικανικός οίκος τονίζει πως θα μπορούσε επίσης να βελτιώσει τις αξιολογήσεις της τράπεζας, αν ο περιορισμός των οικονομικών κινδύνων, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες μείωσης των ΜΕΧ, οδηγήσει το ποσοστό των αναπροσαρμοσμένων κεφαλαίων κινδύνου (RAC) στο να ανέλθει και να διατηρηθεί πάνω από το 7%.

Επίσης, ο οίκος αναμένει πως η Τράπεζα Κύπρου θα διευρύνει το χαρτοφυλάκιο δανείων της και θα μειώσει σταδιακά το ποσοστό των ΜΕΧ μεταξύ 22% και 28% μέχρι το τέλος του 2020.

Ωστόσο, ο S&P αναφέρει πως θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις αξιολογήσεις της Τράπεζας Κύπρου, εάν η τράπεζα υπέστη πρόσθετες σημαντικές πιστωτικές ζημίες που θα επηρέαζαν την κεφαλαιοποίησή της και θα ωθούσαν το ποσοστό των RAC κάτω από το 5% ή εάν η ποιότητα του ενεργητικού «απροσδόκητα επιδεινωθεί».

«Θα μπορούσαμε επίσης να προχωρήσουμε σε μια αρνητική ενέργεια αν η τράπεζα δεν καταφέρει να ενισχύσει τη λειτουργική της κερδοφορία και την αποδοτικότητα της και αν εκτιμούσαμε ότι θα παραμείνει ουσιαστικά ζημιογόνος μακροπρόθεσμα», υπογραμμίζει ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P.