Αναξιοποίητες αφήνουν τις δυνατότητες του μάρκετινγκ οι περισσότερες κυπριακές επιχειρήσεις, όπως προκύπτει από την έρευνα που διεξήγαγε το CIM και η CMR Cypronetwork, με πλέον χαρακτηριστικό εύρημα το ότι μόνο το 28% των επιχειρήσεων διαθέτουν σαφή Στρατηγική Μάρκετινγκ με αυτόνομο προϋπολογισμό.

Επιπλέον, λίγο περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις (55%) δήλωσαν ότι δεν έχουν στελέχη που ασχολούνται αποκλειστικά με τη λειτουργία του Μάρκετινγκ, ενώ μόνο μια στις πέντε επιχειρήσεις διαθέτει στο δυναμικό της στελέχη με κατάρτιση στο Μάρκετινγκ (20%).

Όπως προκύπτει από την έρευνα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που διαθέτουν συγκεκριμένο ετήσιο πρόγραμμα προώθησης πωλήσεων ανέρχεται στο 37%, με την πλειοψηφία αυτών να προέρχεται και πάλι από το τομέα του τουρισμού και τις μεγαλύτερες σε μέγεθος εταιρείες.

Τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις που συμμετείχαν στην έρευνα διαθέτουν Αυτόνομο Τμήμα/ Διεύθυνση μάρκετινγκ (28%). Αυτό αυτές οι περισσότερες προέρχονται από τον τομέα του τουρισμού, ενώ εργοδοτούν περισσότερα από 50 άτομα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι περίπου μια στις τέσσερις επιχειρήσεις (27%) συνδυάζει το κομμάτι του Μάρκετινγκ με άλλα τμήματα της εταιρείας και πιο συγκεκριμένα με το Τμήμα/ Διεύθυνση πωλήσεων (15%) ή με κάποιο άλλο Τμήμα (12%).

Υπάρχει «αρκετή» οργάνωση και απόδοση της λειτουργίας του Μάρκετινγκ στις κυπριακές επιχειρήσεις (40%). Όσες επιχειρήσεις ανέφεραν ότι αυτή η οργάνωση και απόδοση είναι πολύ ή πάρα πολύ καλή ανέρχονται στο 26%, με μια στις πέντε να μην έχει ιδιαίτερα οργανωμένο και αποδοτικό μάρκετινγκ (19%). Σαν αποτέλεσμα ο μέσος βαθμός οργάνωση και απόδοσης προσδιορίστηκε στο 3,1 στη βάση μιας 5-βάθμιας κλίμακας.

Η τάση δεν διαφοροποιείται σημαντικά σε σχέση με την οργάνωση και απόδοση της λειτουργίας της προώθησης των πωλήσεων στις επιχειρήσεις αφού και πάλι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων ανέφερε ότι αυτή είναι αρκετά ικανοποιητική, με το μέσο όρο στην ίδια 5-βάθμια κλίμακα να ανέρχεται στο 3,2.

Λίγο περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις (55%) δήλωσαν ότι δεν έχουν στελέχη που ασχολούνται αποκλειστικά με τη λειτουργία του Μάρκετινγκ. Αντιθέτως μια στις τρεις διαθέτει τέτοια στελέχη (32%), ενώ ο μέσος αριθμός ατόμων που ασχολούνται με τον τομέα αυτό να έχει υπολογιστεί στα 3,8.
Μόνο μια στις πέντε επιχειρήσεις διαθέτει στο δυναμικό της στελέχη με πτυχίο ή επαγγελματική κατάρτιση στο Μάρκετινγκ (20%). Έξι στις δέκα απάντησαν αρνητικά (62%) , ενώ αναλογία 18% δεν θέλησε να τοποθετηθεί.

Οι Marketing Managers/ Directors, οι Sales Managers/ Directors και οι Πωλητές είναι θέσεις που υπάρχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στις επιχειρήσεις της Κύπρου (ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 22% και 23%). Οι Εμπορικοί Διευθυντές και οι Διευθυντές Μάρκετινγκ και Πωλήσεων αναφέρθηκαν από μια στις δέκα περίπου επιχειρήσεις (10% και 8% αντίστοιχα), με κάποιες άλλες θέσεις να υπάρχουν μεν, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Το ποσοστό των εργοδοτουμένων που κατέχουν αυτές όλες τις θέσεις αντιστοιχεί στο 28,9 του συνόλου του εργατικού δυναμικού των επιχειρήσεων.

Βασικότερη ομάδα στόχευσης των επιχειρήσεων της Κύπρου είναι το ευρύ κοινό/ καταναλωτές (56%). Μια στις τέσσερις επιχειρήσεις στοχεύει σε άλλες επιχειρήσεις (26%), με αναλογία 14% να έχει σαν στόχο της τον Δημόσιο/ Ημικρατικό Τομέα.

Βασικότερο κανάλι διανομής των επιχειρήσεων αποτελεί το εμπόριο, χονδρικό (36%) και λιανικό (26%). Ποσοστό της τάξης του 14% διαθέτει αυτόνομο σύστημα διανομής, ενώ μια στις δέκα περίπου επιχειρήσεις συνεργάζεται με αντιπροσώπους (8%).

Έξι στις δέκα επιχειρήσεις έχουν σαν στόχο τους αναφορικά με τις πωλήσεις την παγκύπρια εγχώρια αγορά (61%). Πολύ λιγότερες είναι οι επιχειρήσεις που εστιάζονται σε επίπεδο επαρχία (26%), ενώ ακόμη λιγότερες είναι όσες στοχεύουν αγορές του εξωτερικού (6%).

Μόνο το 28% των επιχειρήσεων διαθέτουν σαφή Στρατηγική Μάρκετινγκ με αυτόνομο προϋπολογισμό. Από αυτές οι πλείστες εντοπίζονται στον τομέα του τουρισμού και άλλων υπηρεσιών, ενώ είναι επιχειρήσεις μεγαλύτερου μεγέθους (κυρίως 50+).

Το ποσοστό των επιχειρήσεων που διαθέτουν συγκεκριμένο ετήσιο πρόγραμμα προώθησης πωλήσεων ανέρχεται στο 37%, με την πλειοψηφία αυτών να προέρχεται και πάλι από το τομέα του τουρισμού και τις μεγαλύτερες σε μέγεθος εταιρείες.

Οι διαφημίσεις, είτε στον έντυπο τύπο (33%), είτε στην τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαδίκτυο (24%) είναι ενέργειες που κάνουν σε μεγαλύτερο βαθμό οι επιχειρήσεις σε ετήσια βάση. Μια στις πέντε αναφέρθηκε σε δράσεις προβολής και προώθησης σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης (21%), ενώ μια στις δέκα σε ενέργειες ΕΚΕ (9%), ειδικά προγράμματα προώθησης ή αποστολή διαφημιστικών ηλεκτρονικών μηνυμάτων (8% αντίστοιχα). Κάποιες άλλες πρακτικές εφαρμόζονται σε πολύ μικρότερο βαθμό από τις επιχειρήσεις , με μια στις τέσσερις να μην τοποθετείται (23%) και αναλογία 27% να μην εφαρμόζει καμία από τις ενέργειες που αναφέρθηκαν.

Μόνο μια στις δέκα επιχειρήσεις πραγματοποιεί εκστρατείες προώθησης των πωλήσεων της (11%), με το ποσοστό του κύκλου εργασιών που υπολογίζεται ως αποτέλεσμα των ενεργειών μάρκετινγκ αυτών των μέτρων/ πολιτικών προώθησης των πωλήσεων να είναι κοντά στο 30%.

Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως η διαφήμιση είναι μια από τις σημαντικότερες ενέργειες που κάνουν οι επιχειρήσεις σε όλους τους κλάδους της οικονομίας (39%).

Η ηλεκτρονική διαφήμιση έχει εισχωρήσει στην κουλτούρα/ νοοτροπία των επιχειρήσεων σε αρκετά μεγάλο βαθμό (24%), όπως οι Below the line ενέργειες προώθησης (23%), αφήνοντας στην τελευταία θέση τις ενέργειες Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης (14%).

Μια στις τρεις επιχειρήσεις έχει ως στρατηγική επιλογή της για το επόμενο εξάμηνο τις νέες επενδύσεις για επέκταση των υφιστάμενων δραστηριοτήτων (34%). Πολύ λιγότερες είναι οι επιχειρήσεις που έχουν στα άμεσα σχέδια τους την σύναψη στρατηγικών συνεργασιών με άλλες επιχειρήσεις (9%), την εισαγωγή νέων προϊόντων και υπηρεσιών (7%), ή την ένταση των λειτουργιών μάρκετινγκ και προώθησης πωλήσεων (6%). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το 14% των επιχειρήσεων δεν έχει κάποιο πλάνο για το επόμενη εξάμηνο, ενώ τέσσερις στις δέκα δεν θέλησαν να τοποθετηθούν (41%).

Η έρευνα ήταν παγκύπρια με επαρκή κάλυψη από τους κλάδους των υπηρεσιών, εμπορίου, βιομηχανίας και κατασκευών. Το μέγεθος του δείγματος ήταν 400 επιχειρήσεις και καλύφθηκαν όλοι οι κλάδοι και επαρχίες. Η συλλογή στοιχείων έγινε μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων με τη χρήση ενός δομημένου ερωτηματολογίου κατά τον μήνα Μάρτιο 2015.

Πηγή: ΚΥΠΕ