Η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών και Προβλέψεων της Eurobank, της οποίας προΐσταται ο Οικονομικός Σύμβουλος του Ομίλου, καθηγητής κ. Γκίκας Χαρδούβελης, εξέδωσε σήμερα το 1o τεύχος του 9ου τόμου της περιοδικής έκδοσης Οικονομία και Αγορές. Στο τεύχος αυτό φιλοξενείται άρθρο του καθηγητή Γκίκα Χαρδούβελη με τίτλο: «Κύπρος: Πως θα ξεπεραστεί η κρίση».

Στο άρθρο περιγράφονται οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει σήμερα η κυπριακή οικονομία και προτείνεται ένα πλαίσιο πολιτικής που μπορεί να οδηγήσει στην ανόρθωσή της. Οι σημερινοί κίνδυνοι έχουν άμεση σχέση με την κρίση αλλά συνδέονται επίσης με την πορεία της οικονομίας τα τελευταία 15 χρόνια και, κατά συνέπεια, το άρθρο ξεκινά με μια ανάλυση των ανισορροπιών στην οικονομία έως το τέλος του 2012, πριν από την εμφάνιση της κρίσης.

Μέχρι τη διεθνή κρίση του 2007, οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν υψηλοί αλλά με ανισορροπίες που σταδιακά σωρεύονταν. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξανόνταν, κάτι που έδειχνε ότι οι απαιτήσεις του κυπριακού πληθυσμού για ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο δεν μπορούσαν να στηριχτούν πλήρως από την εγχώρια παραγωγή και τις υπηρεσίες. Ο τραπεζικός τομέας ήταν υπερμεγέθης με ενεργητικό που είχε φτάσει έξι φορές το εγχώριο ΑΕΠ και, κατά συνέπεια, η οικονομία είχε καταστεί ευάλωτη σε πιθανές μελλοντικές αστοχίες των διοικήσεων των τραπεζών. Οι τιμές των ακινήτων είχαν επίσης αυξηθεί υπερβολικά. Μετά το 2008, η Κύπρος, όπως και πολλές άλλες χώρες, έχασε τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης αφού άρχισε να επηρεάζεται αρνητικά από τη διεθνή και την μετέπειτα κρίση στην Ευρωζώνη. Το 2009 ήταν έτος ύφεσης, η οποία επανήλθε το 2012. Στη διάρκεια 2008-2012 οι προηγούμενες ανισορροπίες της οικονομίας έγιναν ακόμα πιο έντονες, ενώ προστέθηκαν άλλες δύο. Πρώτον, η δημοσιονομική πολιτική έγινε ιδιαίτερα χαλαρή με το χρέος να σταματά την προηγούμενη πτωτική πορεία του. Μάλιστα, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα των ετών 2005-2008 μετατράπηκαν σε ελλείμματα, μια δραματική σε μέγεθος αλλαγή που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ως απλό αποτέλεσμα της ύφεσης. Η Κύπρος είχε την καλύτερη δημοσιονομική επίδοση ανάμεσα στις 27 χώρες της ΕΕ το 2007 και, σύμφωνα με την ανάλυση του άρθρου, την τρίτη χειρότερη το 2009. Δεύτερον, οι επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές) ως ποσοστό του ΑΕΠ κατέρρευσαν και έκτοτε παραμένουν χαμηλές, γεγονός που αν δεν αντιστραφεί σύντομα, θα περιορίζει τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να διατηρήσουν και να αυξήσουν το βιοτικό τους επίπεδο.

Στο άρθρο περιγράφονται οι λεπτομέρειες του πώς η Κύπρος οδηγήθηκε στην κρίση του Μαρτίου 2013. Οι διαπραγματεύσεις κράτησαν περίπου εννέα μήνες, πολύ περισσότερο από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία, που χρειάστηκαν χρηματοδοτική βοήθεια και μπήκαν σε Μνημόνιο συνεργασίας με τους δανειστές. Παρ’ όλα αυτά, το τελικό αποτέλεσμα δημιούργησε δυσαρέσκεια στην Κύπρο, αφού στην περίπτωση της Κύπρου η Ευρωζώνη πειραματίστηκε για πρώτη φορά τη διάσωση των μεγάλων κυπριακών τραπεζών με ίδια μέσα (bail in). Συγχρόνως, η κυπριακή κυβέρνηση αναγκάστηκε να επιβάλει περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και η ύφεση της οικονομίας εντάθηκε με κυρίαρχο τότε τον φόβο μια πολύ μεγάλης κατάρρευσης.

Η οικονομία εξέπληξε θετικά το 2013, αφού η ύφεση ήταν μικρότερη της αρχικά αναμενόμενης. Παρ’ όλα αυτά, το 2014 και 2015, η Κύπρος συνεχίζει να αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις και κινδύνους. Η πρώτη και πολύ μεγάλη πρόκληση είναι να εξασφαλιστεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα και η άρση όλων των περιορισμών στους κεφαλαιακούς περιορισμούς, ιδιαίτερα με το εξωτερικό. Μια άλλη πρόκληση είναι να προχωρήσουν γρήγορα οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να ανακτηθεί η δημοσιονομική αξιοπιστία και να εξασφαλιστεί το τέλος της ύφεσης μέχρι το 2015. Το τέλος της ύφεσης είναι προϋπόθεση για την μη υιοθέτηση επιπρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων το 2015, τα οποία δυνητικά θα εκτροχιάσουν τις ελπίδες ανάκαμψης και θα μετατρέψουν την ύφεση στην Κύπρο σε μια ελληνικού τύπου Μεγάλη Ύφεση.

Μπορεί η κρίση στην Κύπρο να ξεκίνησε με αφορμή τα ελληνικά ομόλογα που κρατούσαν οι κυπριακές τράπεζες και τη γενικότερη έκθεση της οικονομίας της Κύπρου στην Ελλάδα, όμως η αρνητική ελληνική εμπειρία της σκληρής και απότομης δημοσιονομικής προσαρμογής ωρίμασε την πλευρά των δανειστών, οι οποίοι έδωσαν ένα παράθυρο διετίας στους Κύπριους για να ολοκληρώσουν τις μεταρρυθμίσεις και να σταθεροποιήσουν την οικονομία, προτού προχωρήσουν σε μείωση του πρωτογενούς δημοσιονομικού ελλείμματος. Αυτή την ευκαιρία πρέπει σήμερα να αξιοποιήσουν οι Κύπριοι. Να μην επαναπαυθούν διότι ο χρόνος μετράει εναντίον τους.

Παράλληλα, οι Κύπριοι διαμορφωτές οικονομικής πολιτικής πρέπει να επανασχεδιάσουν το μοντέλο ανάπτυξης με έμφαση στα συγκριτικά πλεονεκτήματα του νησιού, λιγότερη εξάρτηση από τον τραπεζικό τομέα, ένα ισορροπημένο δημοσιονομικό ισοζύγιο και ισοζύγιο πληρωμών, και με τις επενδύσεις να αποτελούν ένα μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ.

Η «συνταγή επιτυχίας» είναι η ακόλουθη:

Το πρώτο μέλημα αποτελεί η γεω-στρατηγική επιλογή της Κύπρου για την παραμονή της στην Ευρωζώνη, κάτι που φαίνεται να έχει επιτευχθεί παρά τα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου 2013.

Το δεύτερο μέλημα είναι οι Κύπριοι να ακολουθήσουν με συνέπεια και ταχύτητα τα συμφωνηθέντα με την Τρόικα όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, π.χ. το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, το ασφαλιστικό, την αγορά εργασίας, και τις ιδιωτικοποιήσεις. Το πρόγραμμα σταθεροποίησης της οικονομίας βασίζεται στη γρήγορη εφαρμογή των διαρθρωτικών μέτρων. Οι καθυστερήσεις μπορεί να καταλήξουν να επιφέρουν περαιτέρω περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα στο μέλλον. Επιπλέον, οι μεγάλες επιλογές του Μνημονίου πρέπει να γίνουν ιδιοκτησία των κυπριακών κυβερνήσεων και να μην θεωρούνται ως έξωθεν επιβαλλόμενες.

Το τρίτο είναι η ανάγκη ενός συγκεκριμένου και επεξεργασμένου μοντέλου ανάπτυξης για την Κύπρο. Όπως προκύπτει και από την αρνητική σχετική εμπειρία της Ελλάδας, το Μνημόνιο δεν είναι υποκατάστατο ενός μοντέλου ανάπτυξης. Το Μνημόνιο περιέχει τις αναγκαίες, αλλά όχι τις ικανές συνθήκες που θα φέρουν την ανάπτυξη. Ορισμένα χαρακτηριστικά του μοντέλου είναι τα ακόλουθα:

α. Η Κύπρος πρέπει να είναι αποφασιστική και, εάν χρειαστεί, ακόμη και επιθετική στη διαπραγμάτευση με την Τρόικα όσον αφορά τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, π.χ. χαμηλός φορολογικός συντελεστής των επιχειρήσεων (12,5%).

β. Η Κύπρος πρέπει να κρατήσει το ενδιαφέρον των ξένων να ανοίγουν νέες επιχειρήσεις στη χώρα με την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών.

γ. Η Κύπρος πρέπει να σταματήσει να βασίζεται στον χρηματοοικονομικό τομέα στο βαθμό που βασίζονταν στο παρελθόν και να στρέψει την προσοχή της σε τομείς όπως η ενέργεια, ο ποιοτικός τουρισμός κ.λπ.

δ. Η Κύπρος πρέπει να επαναφέρει και να ξεπεράσει τους ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων της περασμένης δεκαετίας, αφού τα τελευταία χρόνια πάσχει στον τομέα αυτό. Η ανακάλυψη φυσικού αερίου πιθανόν να οδηγήσει και σε αύξηση των επενδύσεων μεσοπρόθεσμα, γεγονός που θα ενισχύσει τον κλάδο της ενέργειας.

Τέλος, η συνταγή επιτυχίας συνεπάγεται και ομοψυχία και πολιτική σταθερότητα, γεγονός που σημαίνει ότι είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθούν κοινοτικοί πόροι για την αρωγή των ανέργων και όσων η κρίση αφήνει στο περιθώριο.