Ξεπέρασαν τα €6 δισεκατομμύρια οι αγορές κυπριακών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στο πλαίσιο του προγράμματος αγορών στοιχείων ενεργητικού δημοσίου τομέα (PSPP) και του έκτακτου προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων πανδημίας (PEPP).

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, οι συνολικές αγορές από τα δύο προγράμματα της ΕΚΤ ανήλθαν στο στο τέλος Ιουλίου €6.038 εκατομμύρια και αντιστοιχούν στο 24% του εκδομένου χρέους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι αγορές ομολόγων από τις δευτερογενείς αγορές σπρώχνουν καθοδικά τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων διατηρώντας χαμηλά το κόστος δανεισμού.

Με βάση τα στοιχεία που επεξεργάστηκε το ΚΥΠΕ, το καθαρό σωρευτικό υπόλοιπο κυπριακών μέσω του έκτακτου προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων πανδημίας (PEPP), ανήλθε στο τέλος Ιουλίου στα €2.201 εκατομμύρια Οι καθαρές αγορές από τις 21 Ιουνίου μέχρι τις 21 Ιουλίου ανήλθαν σε €141 εκατ., με την μέση σταθμική διάρκεια των κυπριακών ομολόγων που διακρατούνται στα βιβλία της ΕΚΤ να ανέρχεται σε 9,29 χρόνια.

Όσον αφορά το PSSP, το καθαρό σωρευτικό υπόλοιπο των κυπριακών ομολόγων μέσω του στον ισολογισμό της ΕΚΤ ανήλθε στα €3.837 εκατ., με τις καθαρές αγοράς τον Ιούλιο να ανέρχονται σε €75 εκατ. Η μέση σταθμική διάρκεια των κυπριακών ομολόγων ανέρχεται 9,95 χρόνια.

Όπως είχε δηλώσει η Πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, η ΕΚΤ θα συνεχίσει τις καθαρές αγορές στοιχείων ενεργητικού μέσω του PEPP, το συνολικό ύψος του οποίου ανέρχεται σε €1,85 τρις μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2022 και μέχρι το ΔΣ της ΕΚΤ θεωρήσει ότι η κρίση της πανδημίας έχει παρέλθει, ενώ θα συνεχίσουν να επενεπενδύονται τα ποσά που εξασφαλίζονται από τις λήξεις των ομολόγων μέχρι τουλάχιστον το τέλος του 2023.

Όσον αφορά το ευρύτερο πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων (APP), οι καθαρές αγορές συνεχίζονται με ρυθμό €20 δις μηνιαίως, με την ΕΚΤ να τονίζει πως οι μηνιαίες αγορές θα συνεχίσουν για όσο καιρό χρειαστεί προκειμένου να ενισχυθεί η βοηθητική πολιτική της ΕΚΤ για τα βασικά επιτόκια, ενώ οι επανεπενδύσεις θα συνεχιστούν για παρατεταμένη περίοδο ακόμη και μετά την απόφαση της ΕΚΤ να αρχίσει την αύξηση των βασικών της επιτοκίων.