Η πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC – μέτρο της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών που εκφράζεται σε πρότυπα αγοραστικής δύναμης – PPS) κυμάνθηκε από 59% έως 135% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στα 27 κράτη μέλη, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε σήμερα η Eurostat, τη στατιστική υπηρεσία της ΕΕ. Στην Κύπρο, η κατά κεφαλήν πραγματική ατομική κατανάλωση (AIC) ήταν 95% και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ 89% εκφραζόμενο σε PPS το 2019. Στην Ελλάδα η πραγματική κατά κεφαλήν ατομική κατανάλωση ήταν 77% και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ 68% εκφρασμένο σε PPS το 2019 .

Εννέα κράτη μέλη κατέγραψαν κατά κεφαλήν AIC άνω του μέσου όρου της ΕΕ το 2019. Το υψηλότερο επίπεδο στην ΕΕ καταγράφηκε στο Λουξεμβούργο, 35% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Γερμανία ήταν περίπου 23% πάνω, ακολουθούμενη από την Αυστρία, τη Δανία, το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, τη Φινλανδία, τη Σουηδία και τη Γαλλία, οι οποίες κατέγραψαν όλα επίπεδα μεταξύ 5% και 20% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Το κατά κεφαλήν AIC για δώδεκα κράτη μέλη κυμαίνεται μεταξύ του μέσου όρου της ΕΕ και ως 25% κάτω. Στην Ιταλία, την Ιρλανδία, την Κύπρο, την Ισπανία και τη Λιθουανία τα επίπεδα ήταν 10% ή λιγότερο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η Πορτογαλία, η Τσεχία, η Σλοβενία ​​και η Μάλτα ήταν μεταξύ 10% και 20% κάτω. Η Πολωνία, η Ρουμανία και η Ελλάδα ήταν μεταξύ 20% και 25% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Έξι κράτη μέλη κατέγραψαν κατά κεφαλήν AIC 25% ή περισσότερο κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Εσθονία ήταν 25% χαμηλότερη, η Σλοβακία, η Λετονία, η Ουγγαρία και η Κροατία μεταξύ 25% και 35% κάτω, ενώ η Βουλγαρίας ήταν στο 41% κάτω του μέσου όρου της ΕΕ.

Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) κατά κεφαλήν, μέτρο οικονομικής δραστηριότητας, δείχνει επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Το 2019, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ που εκφράζεται σε PPS κυμαίνεται μεταξύ 53% του μέσου όρου της ΕΕ στη Βουλγαρία και 261% στο Λουξεμβούργο. Δέκα κράτη μέλη κατέγραψαν επίπεδο κατά κεφαλήν ΑΕΠ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ το 2019.