Μεταξύ 11% και 28% του ΑΕΠ και 26% με 34% του ΑΕΠ αποτιμά το μέγεθος της σκιώδους οικονομίας στην Κύπρο νέα μελέτη του Κέντρου Οικονομικών Ερευνών (ΚΟΕ) του Πανεπιστημίου Κύπρου, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της νομισματικής προσέγγισης (ζήτησης για μετρητά) και της κατανάλωσης ενέργειας, αντίστοιχα.

Τη μελέτη διενήργησαν οι Χριστόφορος Ανδρέου, Έλενα Ανδρέου, Στέφανη Μιχαήλ και ο Γιώγος Συρίχας.

«Η πανδημία με τις καταστροφικές συνέπειές της στην οικονομική δραστηριότητα έχει αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για την εκτίμηση του μεγέθους της παραοικονομίας», αναφέρει η μελέτη και επισημαίνει ότι «τα δημόσια οικονομικά βρίσκονται κάτω από ασφυκτική πίεση και οι κυβερνήσεις προσπαθούν να βρουν πρόσθετα έσοδα για να στηρίξουν τη μειωμένη οικονομική δραστηριότητα και να χρηματοδοτήσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματά τους».

«Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις έχουν κάθε λόγο να ανακαλύψουν το μέγεθος της παραοικονομίας και τα επιπρόσθετα έσοδα τα οποία θα μπορούσαν να αντληθούν», αναφέρεται, σύμφωνα με δελτίο Τύπου του ΚΟΕ.

Στη μελέτη αναφέρεται πως «εξ όσων γνωρίζουμε, αυτή είναι η πρώτη μελέτη που εφαρμόζει την προσέγγιση κατανάλωσης ενέργειας για την εκτίμηση της παραοικονομίας και που επικεντρώνεται αποκλειστικά στην κυπριακή οικονομία».

Επισημαίνεται ακόμη πως η εμπειρική ανάλυση καλύπτει μια πρόσφατη περίοδο για την Κύπρο, χρησιμοποιώντας τριμηνιαία στοιχεία για την περίοδο 1995-2018, κατά τη διάρκεια της οποίας η κυπριακή οικονομία έχει υποστεί σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές, όπως η χρηματοοικονομική φιλελευθεροποίηση, η κατάργηση των κεφαλαιακών περιορισμών, η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η υιοθέτηση του ευρώ, καθώς και η πρόσφατη τραπεζική κρίση.

“Συμπερασματικά, η έρευνα εφαρμόζει δύο μακροοικονομικές μεθόδους για την πρόσφατη περίοδο 1995-2018, και εκτιμά το μέγεθος της παραοικονομίας στην Κύπρο μεταξύ του 11% – 18% του ΑΕΠ με τη μέθοδο νομισματικής προσέγγισης και μεταξύ του 26% – 34% του ΑΕΠ με την μέθοδο κατανάλωσης ενέργειας”, αναφέρεται.

Οι συγγραφείς της μελέτης, σημειώνουν πως οι εκτιμήσεις της μελέτης είναι μεγαλύτερες σε σύγκριση με ίδιες μεθόδους που έχουν εφαρμοστεί στην Κύπρο σε προηγούμενες χρονικές περιόδους, αλλά βρίσκονται πιο κοντά σε πιο πρόσφατες μελέτες που εκτιμούν, επίσης, το μέγεθος της παραοικονομίας.

Ειδικότερα, όπως αναφέρεται, οι Alm and Embaye (2013) εκτιμούν την παραοικονομία για 111 χώρες χρησιμοποιώντας την νομισματική μέθοδο και βρίσκουν ακόμη πιο ψηλές εκτιμήσεις για την Κύπρο της τάξης 27% – 37% του ΑΕΠ για μια μικρότερη χρονική περίοδο, 1985- 2006.

Το ίδιο μπορεί να σημειωθεί όταν συγκρίνουμε τις εκτιμήσεις της Κύπρου με τη μέθοδο της ενέργειας με εκτιμήσεις από άλλες μεσογειακές χώρες. Ειδικότερα, οι Missiou and Psychoyios (2017) εφαρμόζουν τη μέθοδο της ηλεκτρικής κατανάλωσης για μεσογειακές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την περίοδο 2008-2013 και βρίσκουν το μέγεθος της παραοικονομίας να είναι 20%-30% για την Ελλάδα, 18%-21% για την Πορτογαλία και 12%-18% για την Ισπανία.