Oι εξελίξεις στις μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις (ΜΕΧ) παραμένουν στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής, αναφέρει σε ανακοίνωσή του το Υπουργείο Οικονομικών.

Τονίζει παράλληλα την τεράστια σημασία ύπαρξης ενός σταθερού νομικού πλαισίου, το οποίο θα διέπει τους εξωδικαστικούς φυσικούς και ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς παράλληλα με την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού πλαισίου αφερεγγυότητας, έτσι ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της μείωσης των ΜΕΧ.

Σημειώνεται ότι το επίπεδο των ΜΕΧ στο σύνολο των δανείων στο 22,3% εξακολουθεί να είναι αρκετά ψηλό σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά την πρόοδο που επιτελέστηκε, και παραμένει μαζί με τον υπερδανεισμό των νοικοκυριών και των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων οι σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός τομέας, επηρεάζοντας την κεφαλαιοποίηση και την κερδοφορία του αλλά και τις προοπτικές της οικονομίας ευρύτερα.

‘Όπως αναφέρεται, η σημαντικότερη εξέλιξη στον τραπεζικό τομέα τα τελευταία χρόνια είναι η αισθητή μείωση του ποσοστού των ΜΕΧ. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από την ΚΤΚ, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων μειώθηκε στα €6.703 εκατ. ενώ ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων προς το σύνολο των χορηγήσεων μειώθηκε από 27,7% στο τέλος Μαρτίου 2020, στο 22,3% στο τέλος Ιουνίου 2020. Ο δείκτης κάλυψης ανήλθε στο 52,7% στο τέλος Ιουνίου 2020 σε σύγκριση με 55,0% στο τέλος Μαρτίου 2020.

Σημειώνεται ότι, κατά την περίοδο 31.12.2014 – 30.06.2020 σημειώθηκε συνολική πτώση στις μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις ύψους €20,6 δισ. ή 75,5%.

H καθοδική πορεία των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων, όπως αναφέρεται, οφείλεται κυρίως σε πώληση/μεταφορά δανειακών χαρτοφυλακίων σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων (credit acquiring companies), σε δάνεια που έχουν επιτυχώς αναδιαρθρωθεί και επανενταχθεί στην κατηγορία των εξυπηρετούμενων χορηγήσεων, καθώς και σε αποπληρωμές δανείων, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών ανταλλαγής χρέους με στοιχεία ενεργητικού (ακίνητη περιουσία).