Είναι πιθανόν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να δώσει τον Ιούλιο ένδειξη ως προς το πότε θα επαναφέρει τις εποπτικές απαιτήσεις στα επίπεδα προ της κρίσης του κορωνοϊού, δήλωσε ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Αντρέα Ενρία.

Σε συνέντευξή στην ιταλική Il Sole Ore 24, o κ. Ενρία επεσήμανε πως η πρώτη εντύπωση της ΕΚΤ είναι ότι τα τόσο τα εποπτικά μέτρα (απελευθέρωση κεφαλαίου) όσο και τα μέτρα νομισματικής πολιτικής ήταν αποτελεσματικά ως προς την παραχώρηση πίστωσης από τις τράπεζες, αφού τα στοιχεία Μαρτίου και Απριλίου καταδεικνύουν ότι οι τράπεζες ενίσχυσαν τα κριτήρια παραχώρησης δανείων σε πολύ λιγότερο βαθμό σε σύγκριση με την κρίση του 2008 – 2009.

Απαντώντας σε παρατήρηση ότι κάποιες τράπεζες δεν αυξάνουν τον δανεισμό προς τις επιχειρήσεις διότι δεν γνωρίζουν πότε θα επανέλθουν οι εποπτικοί κανόνες στα προ της πανδημίας επίπεδα, ο κ. Ενρία είπε πως η ΕΚΤ έχει ξεκάθαρα πει ότι θα δοθεί στις τράπεζες επαρκής χρόνος.

«Αλλά είναι ορθό ότι οι τράπεζες ζητούν σαφήνεια για τη χρονική στιγμή της επιστροφής (στα προ πανδημίας επίπεδα). Είναι πιθανόν να δώσουμε ένδειξη για το δρόμο για μετά της κρίσης προσαρμογή κάποια στιγμή τον Ιούλιο», είπε.

Πάντως, ο κ. Ενρία επέμεινε ότι η κρίση απέδειξε ότι η επιβολή αυστηρών εποπτικών κανόνων ήταν αποτελεσματικοί.

«Η απάντηση στην πανδημία έδειξε ότι οι κανόνες που θεσπίστηκαν μετά την κρίση του 2009 έχουν δουλέψει και δουλεύουν καλά. Το αποτέλεσμά τους ήταν θετικό και είναι λόγω αυτών των κανόνων που το σύστημα τώρα είναι σε θέση να αντέξει μια κρίση τέτοιων διαστάσεων», είπε.

Εξάλλου, ερωτηθείς σχετικά, ο κ. Ενρία είπε πως «αναμφίβολα» το πρόβλημα της κερδοφορίας των τραπεζών θα επιδεινωθεί ως αποτέλεσμα της πανδημίας.

Σε σχέση με μια αναμενόμενη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, λόγω της κρίσης, ο Πρόεδρος του Ενιαίο Εποπτικού Μηχανισμού είπε πως είναι δύσκολο να γίνει η όποια πρόβλεψη σε αυτό το σημείο, για να προσθέσει, ωστόσο, ότι «είναι αναπόφευκτο ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί».

Οι τράπεζες, συμπλήρωσε, θα πρέπει να είναι προσεκτικές, ιδιαίτερα αυτές που δεν είχαν μεγάλα προβλήματα με τα ΜΕΔ στο παρελθόν και δεν έχουν εμπειρία με τις κατευθυντήριες γραμμές που εφαρμόζονται από την ΕΚΤ.