Στο «B-» επιβεβαίωσε ο Fitch την μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της Τράπεζας Κύπρου και στο «b-» την αξιολόγηση Βιωσιμότητας, διατηρώντας αρνητικές τις προοπτικές της Τράπεζας, ενώ υπογραμμίζει ότι προς το παρόν είναι περιορισμένο το ενδεχόμενο αναβάθμισης της υφιστάμενης αξιολόγησης της τράπεζας.

Ο αμερικανικός οίκος αναφέρει ότι η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσε στις 18 Ιανουαρίου του 2021 συμφωνία για την πώληση χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, έναντι ακαθάριστου ποσού περίπου 0,5 δισεκατομμυρίων ευρώ και τονίζει πως η συναλλαγή είναι πιστωτικά θετική και θα προσφέρει στην τράπεζα πρόσθετο περιθώριο σε αυτό το επίπεδο αξιολόγησης, αλλά δεν διευκολύνει επαρκώς, όπως υπογραμμίζει, τις μεσοπρόθεσμες πιέσεις για να σταθεροποιηθούν οι προοπτικές σε σχέση με την μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της τράπεζας, κυρίως λόγω της μεγάλης ακόμη κεφαλαιακής επιβάρυνσης από τα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία.

Όσον αφορά τις αρνητικές προοπτικές, ο Fitch αναφέρει που αυτές εξακολουθούν να αντικατοπτρίζουν την άποψή του ότι οι αξιολογήσεις της τράπεζας παραμένουν εξαιρετικά ευαίσθητες σε ένα αρνητικό σενάριο με βάση την κύρια προσδοκία του οίκου για μια υγιή ανάκαμψη.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, σύμφωνα με τον οίκο, οι αξιολογήσεις της τράπεζας είναι πιθανό να βρεθούν υπό πίεση από υψηλότερες από τις αναμενόμενες εισροές νέων ΜΕΔ, δημιουργώντας μεγαλύτερες πιστωτικές απώλειες, αδύναμα έσοδα, με αποτέλεσμα τελικά την μεγαλύτερη διάβρωση κεφαλαίου από την αναμενόμενη.

Οι αξιολογήσεις της Τράπεζας Κύπρου αντικατοπτρίζουν την αδύναμη ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων, ακόμη και μετά την ανακοίνωση διάθεσης ΜΕΔ, η οποία οδηγεί σε πολύ υψηλή κεφαλαιακή επιβάρυνση από τα προβληματικά περιουσιακά στοιχεία και την χαμηλή κερδοφορία, η οποία εξακολουθεί να περιορίζεται από τις υψηλές χρεώσεις απομείωσης δανείων, υπογραμμίζει.

Αναφέρει επίσης ότι οι αξιολογήσεις της τράπεζας αντικατοπτρίζουν επίσης το ισχυρό franchise και τη θέση της ως τη μεγαλύτερη τράπεζα στην Κύπρο, η οποία είναι μια μικρή αγορά και με ένα αποδεκτό προφίλ χρηματοδότησης.

Προσθέτει η εκτίμησή του για την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων και την κεφαλαιοποίηση της τράπεζας επηρεάζει σημαντικά τις αξιολογήσεις της τράπεζας, ενώ σημειώνει πως οι αρνητικές προοπτικές αντικατοπτρίζουν τους μεσοπρόθεσμους κινδύνους του στις αξιολογήσεις της τράπεζας από το ξέσπασμα του κορωνοϊού.

Παράγοντες αναβάθμισης της τράπεζας

Σε σχέση με τους παράγοντες που θα μπορούσαν, μεμονωμένα ή συλλογικά, να οδηγήσουν σε θετική αξιολόγηση ή αναβάθμιση της τράπεζας, ο Fitch αναφέρει ότι οι προοπτικές θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν σε σταθερές «εάν το λειτουργικό περιβάλλον της τράπεζας σταθεροποιηθεί και η τράπεζα διαχειριστεί επιτυχώς τις προκλήσεις που προκύπτουν από την οικονομική ύφεση, αναστρέφοντας τους αρνητικούς κινδύνους» για την ποιότητα του ενεργητικούς της και για την κερδοφορία της, διατηρώντας παράλληλα τα τρέχοντα επίπεδα κεφαλαίου.

Αυτό θα σήμαινε προσέγγιση του ποσοστού των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων στο 20% με διαρκή πτωτική τάση, αναφέρει και σημειώνει πως αυτό θα συνεπαγόταν «δομικά χαμηλότερη απομείωση δανείων και, ως εκ τούτου, επιστροφή στα θετικά λειτουργικά κέρδη σε μια πιο βιώσιμη βάση».

Αναφέροντας ότι προς το παρόν το ενδεχόμενο αναβάθμισης της αξιολόγησης της τράπεζας είναι περιορισμένο, ο Fitch τονίζει πως μακροπρόθεσμα, μια αναβάθμιση θα απαιτούσε βελτιωμένες προοπτικές στο λειτουργικό περιβάλλον και ουσιαστική και διαρκή βελτίωση της βασικής κερδοφορίας, σε συνδυασμό με σημαντική βελτίωση, όπως σημειώνει, στην ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων (ποσοστό προβληματικών περιουσιακών στοιχείων κάτω από 15%) και μια μείωση της κεφαλαιακής επιβάρυνσης προς το 100% με καθαρά πτωτική πορεία.