Το ποσοστό αποταμίευσης νοικοκυριών στη ζώνη του ευρώ έφτασε το 19,8% το τέταρτο τρίμηνο του 2020, σε σύγκριση με το 17,3% το τρίτο τρίμηνο του 2020. Είναι η δεύτερη υψηλότερη τιμή από την αρχή της καταγραφής της σχετικής χρονοσειράς το 1999 (η υψηλότερη ήταν 25,0 % το δεύτερο τρίμηνο του 2020), σύμφωνα με εποχικά προσαρμοσμένων τριμηνιαίων λογαριασμών που δημοσιεύονται σήμερα από τη Eurostat, τη στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ταυτόχρονα, το ποσοστό επενδύσεων των νοικοκυριών στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε από 8,7% σε 9,1% το τέταρτο τρίμηνο του 2020, η υψηλότερη τιμή από το 2011. Το τέταρτο τρίμηνο του 2020, το μερίδιο των επιχειρηματικών κερδών αυξήθηκε από 39,1% σε 40,4 % στη ζώνη του ευρώ.

Το επιτόκιο των επιχειρηματικών επενδύσεων στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε στο 23,4%, σε σύγκριση με το 23,2% το τρίτο τρίμηνο του 2020. Τα υψηλότερα σημεία του ποσοστού επενδύσεων των μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών που παρατηρήθηκαν το 2ο τρίμηνο του 2015, το 2ο τρίμηνο του 2017, το 2ο του 2019, το 4ο του 2019 και το 1ο του 2020 σχετίζονται με τις μεγάλες εισαγωγές προϊόντων πνευματικής ιδιοκτησίας που αντικατοπτρίζουν τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης, αναφέρει η Eurostat.

Σύμφωνα με την Eurostat, η αύξηση του ποσοστού αποταμίευσης των νοικοκυριών στη ζώνη του ευρώ εξηγείται από την πτώση της κατανάλωσης σε υψηλότερο ποσοστό (-3,7%) από το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών (-0,8%).

Η αύξηση του ποσοστού επενδύσεων των νοικοκυριών στη ζώνη του ευρώ εξηγείται από την αύξηση 3,0% του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, ενώ το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα μειώθηκε κατά 0,8%.

Η αύξηση του μεριδίου κέρδους των επιχειρήσεων στη ζώνη του ευρώ κατά 1,3 εκατοστιαίες μονάδες εξηγείται από την αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας των επιχειρήσεων (+ 1,1%), ενώ η αποζημίωση των εργαζομένων (μισθοί και κοινωνικές εισφορές) συν τους φόρους μείον τις επιδοτήσεις στην παραγωγή μειώθηκαν κατά 1,1% .

Τέλος, η αύξηση του επιτοκίου των επιχειρηματικών επενδύσεων στη ζώνη του ευρώ εξηγείται από την αύξηση (+ 2,1%) του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου επιχειρήσεων, με ελαφρώς ταχύτερο ρυθμό από την αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας (+ 1,1%).