Την απόλυτη ετοιμότητα για συμμετοχή στην άτυπη πενταμερή διάσκεψη που προτίθεται να συγκαλέσει ο ΓΓ του ΟΗΕ για το Κυπριακό επαναβεβαίωσαν τη Δευτέρα ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης και ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας Κυριάκος Μητσοτάκης, διατυπώνοντας παράλληλα την «ξεκάθαρη θέση» Λευκωσίας και Αθήνας όσον αφορά την επιδιωκόμενη μορφή λύσης.

Σε δηλώσεις μετά τη συνάντησή τους στο Προεδρικό Μέγαρο, στη Λευκωσία, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Πρωθυπουργός Μητσοτάκης τάχθηκαν υπέρ της κατάργησης των «αναχρονιστικών εγγυήσεων και της απόσυρσης των τουρκικών στρατευμάτων, ενώ σημείωσαν το συμπεφωνημένο και δεσμευτικό πλαίσιο λύσης του Κυπριακού, που περιέχεται στα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.

«Επιβεβαιώνοντας την απόλυτη ετοιμότητά μας για συμμετοχή στην άτυπη διάσκεψη που ο ΓΓ προτίθεται να συγκαλέσει, ξεκάθαρη ήταν η θέση μας όσον αφορά την επιδιωκόμενη πριν και πάνω από όλα μορφή λύσης», είπε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, τονίζοντας πως η λύση «δεν μπορεί να αποκλίνει από τα σχετικά ψηφίσματα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ, του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά βεβαίως και των ευρωπαϊκών αρχών και αξιών».

Μιας λύσης, συνέχισε, που «πρέπει οπωσδήποτε να διαλαμβάνει τον τερματισμό των αναχρονιστικών συνθηκών εγγυήσεων, παρουσίας κατοχικών στρατευμάτων και πριν και πάνω από όλα που θα πρέπει να τη διακρίνει η λειτουργικότητα του νέου μορφώματος – της μετεξέλιξης – και ιδιαίτερα η διάρκεια, αλλά και οι αποκλεισμοί των όποιων ενδεχομένων δυσλειτουργικότητας, που θα οδηγήσουν ενδεχόμενα σε μια κατάρρευση».

«Η λύση θα πρέπει να βασίζεται στο μέχρι σήμερα επιτελεσθέν έργο, συγκλίσεις και λοιπά», υπογράμμισε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, σημειώνοντας το λεκτικό της επιστολής του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών προς τους δύο ηγέτες, ημερομηνίας 26 Οκτωβρίου 2020.

Αναφέρθηκε παράλληλα στην ανάγκη για ένα δημιουργικό κλίμα, λέγοντας πως «δεν μπορεί κάτω από συνθήκες απειλής ή μονομερών ενεργειών ή εκνόμων ενεργειών να αναμένεται ένας ουσιαστικός διάλογος». Απαιτείται η συμβολή της Τουρκίας στη δημιουργία ενός κατάλληλου κλίματος, τερματίζοντας τις όποιες μονομερείς ή έκνομες ενέργειες, πρόσθεσε.

Ενόψει και των επικείμενων Συνόδων Κορυφής ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αναφέρθηκε στον συντονισμό Λευκωσίας, Αθήνας και άλλων χωρών, ενόψει της έκθεσης που θα υποβάλει ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ, Ζοζέπ Μπορέλ, για το σύνολο των ευρωτουρκικών σχέσεων και τις επιλογές της Ένωσης για την ακολουθητέα πορεία. «Αυτό το οποίο επιδιώκουμε είναι να δούμε μια Τουρκία η οποία να αποδεικνύει εμπράκτως, όχι μόνο με ρητορικές αναφορές, πως επιθυμεί έναν ειλικρινή και εποικοδομητικό διάλογο, στη βάση του διεθνούς δικαίου, μακράν των οποιωνδήποτε απειλών ή εκνόμων ενεργειών», είπε.

Εξέφρασε την ελπίδα ότι η ΕΕ «θα επιδείξει την επιβαλλόμενη αλληλεγγύη, στηρίζοντας τις προσπάθειες λύσης του Κυπριακού με έμπρακτη και ενεργό εμπλοκή σε έναν αναμενόμενο μελλοντικό διάλογο στην ουσία του Κυπριακού».

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης σημείωσε εξάλλου πως «εμείς δεν είμαστε οι επιτιθέμενοι. Είμαστε εκείνοι που επιδιώκουν την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή. Και όλοι έχουν ρόλο να διαδραματίσουν και ιδιαίτερα εκείνοι που δυστυχώς, αγνοώντας πολλές φορές το διεθνές δίκαιο, προκαλούν και δημιουργούν τα προβλήματα». Εξέφρασε την ελπίδα ότι «αυτό που λέμε ‘θετική ατζέντα’ περιλαμβάνει επίσης τις θετικές ενέργειες από μέρους της γείτονος χώρας».

Είπε ακόμη ότι με τον Κυριάκο Μητσοτάκη συζήτησαν τις περιφερειακές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο, ενώ ευχαρίστησε τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας για την ενδελεχή ενημέρωση για τις διερευνητικές επαφές Ελλάδας-Τουρκίας στις 25 Ιανουαρίου. Έκανε ακολούθως λόγο για ταύτιση απόψεων, καθώς «ο διάλογος θα πρέπει να περιορίζεται στη συμφωνημένη εδώ και χρόνια ατζέντα των συναντήσεων» και να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο και στις σχέσεις καλής γειτονίας.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης αναφέρθηκε και στη βούληση για ενίσχυση των πρωτοβουλιών που από κοινού αναπτύσσουν Κύπρος και Ελλάδα, μέσω των τριμερών συνεργασιών με χώρες της περιοχής και τα οποία, όπως είπε, αποδεικνύουν για άλλη μια φορά ότι οι δύο χώρες αποτελούν πυλώνες σταθερότητας και ειρήνης, χωρίς να αποκλείεται η συμμέτοχη του οποιουδήποτε «αρκεί να σέβεται το διεθνές δίκαιο και την κυριαρχία των κρατών που συμμετέχουν».

«Σε αυτό το πλαίσιο χαιρετίσαμε την πραγματοποίηση τις επόμενες των ημερών μιας περιφερειακής συνάντησης – και δεν θέλω να κάνω εκτενέστερη αναφορά – χωρών της περιοχής, Υπουργών της περιοχής, που αποδεικνύουν τα όσα έχω προαναφέρει» είπε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης.

Από την πλευρά του ο Έλληνας Πρωθυπουργός είπε ότι η επίσκεψή του γίνεται σε μια ευαίσθητη συγκυρία για το μέλλον του Κυπριακού. «Διαβεβαίωσα λοιπόν για ακόμη μια φορά τον Πρόεδρο Αναστασιάδη ότι ο τερματισμός της τουρκικής κατοχής και η εξεύρεση μια συνολικής, βιώσιμης λειτουργικής και αμοιβαία αποδεκτής λύσης παραμένει κορυφαία προτεραιότητα για την ελληνική εξωτερική πολιτική», είπε. Μίλησε για «θέμα εθνικό» και «αναγκαία κίνηση συμμόρφωσης προς τη διεθνή νομιμότητα», αλλά και για «πράξη δικαιοσύνης προς τον κυπριακό λαό».

Ανέφερε ακόμη ότι «τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Λευκωσία μένουμε προσηλωμένοι στις αποφάσεις του ΟΗΕ» οι οποίες, όπως είπε, συγκροτούν το μόνο συμπεφωνημένο και καθολικά δεσμευτικό πλαίσιο λύσης, αλλά και το θεμέλιο για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε ολόκληρη την κυπριακή επικράτεια.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στην πρόσφατη απόφαση 2561 του Συμβουλίου Ασφαλείας, που όπως ανέφερε, προκρίνει ως μόνη βιώσιμη λύση τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με «απαράβατα χαρακτηριστικά» την πολιτική ισότητα, όπως αυτή ορίζεται στις αποφάσεις, ένα κράτος με διεθνή προσωπικότητα, μια κυριαρχία, μία ιθαγένεια και με διασφάλιση της ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το ίδιο πνεύμα, συνέχισε, απηχεί και το διαπραγματευτικό κεκτημένο των ΗΕ όπως αποτυπώθηκε στο ανακοινωθέν του ΓΓ των ΗΕ, στο Βερολίνο, και αποτελεί «το πολύτιμο αποτέλεσμα μιας πολυετούς, επίπονης διαπραγματευτικής προσπάθειας που πρέπει οπωσδήποτε να διατηρηθεί».

Δυστυχώς, συνέχισε, «η στάση της Τουρκίας και του επικεφαλής των Τουρκοκυπρίων βρίσκεται – τουλάχιστον αν ακούσει κανείς τις δημόσιες δηλώσεις – εκτός του πλαισίου των ΗΕ, εμμένοντας στην ανεδαφική θέση περί δύο κρατών». Αυτό, συνέχισε, το απορρίπτουν όχι μόνο η Ελλάδα και η Κύπρος, αλλά και ο ίδιος ο ΟΗΕ και η ΕΕ, ενώ παρέθεσε πρόσφατες δηλώσεις του Αντιπροέδρου της Κομισιόν, Μαργαρίτη Σχοινά, για το θέμα.

«Συνεπώς, η Άγκυρα και ο κ. Τατάρ θα πρέπει να γνωρίζουν ότι επανέναρξη ενός ουσιαστικού διαλόγου νοείται μόνο εντός των υφιστάμενων και δεσμευτικών ορίων, όπως το περιέγραψα», είπε, σημειώνοντας πως προσυπογράφει τη δήλωση του Προέδρου Αναστασιάδη, ότι η λύση θα πρέπει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των Κυπρίων, Τ/κ και Ε/κ και όχι τις στοχεύσεις της Τουρκίας.

«Αμετακίνητη κοινή μας θέση παραμένει η κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος των εγγυήσεων και των επεμβατικών δικαιωμάτων στις αμιγώς κυπριακές υποθέσεις», συνέχισε ο Έλληνας Πρωθυπουργός. Σημείωσε ακόμη ότι «προαπαιτούμενο της επανένωσης αποτελεί η πλήρης και ταχεία απόσυρση των κατοχικών στρατευμάτων».

Αναφερόμενος στον ΓΓ του ΟΗΕ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε ότι «στηρίζουμε ενεργά την πρωτοβουλία του, θα είμαστε παρόντες σε απόλυτο συντονισμό στην άτυπη πενταμερή που αναμένουμε και ελπίζουμε να συγκαλέσει πολύ γρήγορα ο κ. Γκουτέρες».

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός πραγματοποιεί μονοήμερη επίσκεψη εργασίας στη Λευκωσία για συντονισμό και ανταλλαγή απόψεων με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, ενόψει της πενταμερούς που αναμένεται να συγκαλέσει ο ΓΓ των ΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Πρωθυπουργός Μητσοτάκης είχαν νωρίτερα κατ’ ιδίαν συνάντηση, ενώ ακολούθησαν διευρυμένες συνομιλίες των αντιπροσωπειών των δύο χωρών και ακολούθως θα παρακαθίσουν σε γεύμα εργασίας.

Αναφερόμενος στην παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Λευκωσία, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης είπε ότι καταδεικνύει εκ νέου το αδιάλειπτο ενδιαφέρον της ελληνικής Κυβέρνησης για το Κυπριακό, «αλλά ταυτόχρονα επιβεβαιώνει και τη δική σας βούληση για συνέχιση της στενότατης συνεργασίας», καθώς και της πλήρους στήριξης και του συντονισμού δράσεων για αντιμετώπιση των εθνικών προκλήσεων.

Όσον αφορά το πλαίσιο επανέναρξης των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης μίλησε για «ξεκάθαρη θέση» λέγοντας πως θα πρέπει να εδράζεται στην Κοινή Δήλωση των ηγετών των δύο κοινοτήτων, όπως εκφράστηκε μετά τη συνάντηση με τον ΓΓ του ΟΗΕ, στις 25 Νοεμβρίου 2019, που θέτει τις παραμέτρους μέσα στις οποίες μπορεί να κινηθεί ο όλος διάλογος για εξεύρεση ειρηνικής, βιώσιμης και λειτουργικής λύσης. «Και αυτά δεν είναι άλλα από τη Διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου 2014, των συγκλίσεων που είχαν επιτευχθεί, αλλά και των 6 σημείων της παραμέτρου που ο ΓΓ έθεσε στο Κραν Μοντάνα» είπε.

Σημείωσε πως η θέση επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον ΓΓ του ΟΗΕ στις 26 Οκτωβρίου, με ταυτόσημο λεκτικό και προς τους δύο ηγέτες, ότι «η λύση θα πρέπει να βασίζεται στο μέχρι σήμερα επιτελεσθέν έργο, συγκλίσεις και λοιπά, έτσι ώστε να μπορεί να δημιουργήσει τις προοπτικές μιας κοινής αν θέλετε βάσης για προώθηση ενός ουσιαστικού διαλόγου».

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός ανέφερε εξάλλου ότι η Ελλάδα είναι παρούσα στις διερευνητικές επαφές με την Τουρκία για τον καθορισμό θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο». Είπε ότι στις επαφές αυτές η Αθήνα προσέρχεται «με ειλικρινή διάθεση, με συγκρατημένη αισιοδοξία, αλλά και μηδενική αφέλεια». Έκανε επίσης λόγο για ένα ακόμη πεδίο, όπου θα δοκιμαστεί η συνέπεια της Άγκυρας.

Επανέλαβε ότι η Ελλάδα επέδειξε έμπρακτα ότι οι σχέσεις καλής γειτονίας και ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου μπορούν να οδηγήσουν στην επίλυση διαφορών που χρονίζουν, παραπέμποντας στις συμφωνίες της Αθήνας για οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία και της Αίγυπτο.

Ο κ. Μητσοτάκης είπε ακόμη ότι συζήτησαν με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη ζητήματα που αφορούν συνολικά τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου ενώ αναφέρθηκε και στο επικείμενο ταξίδι του στο Ισραήλ και τη συνάντηση του με τον Πρωθυπουργό Νετανιάχου «επαναβεβαιώνοντας και το πλαίσιο των τριμερών σχημάτων συνεργασίας».

Άλλο θέμα συζήτησης ήταν η προετοιμασία για τα επόμενα Συμβούλια Κορυφής – το έκτακτο Συμβούλιο στις 25 και 26 Φεβρουαρίου και το τακτικό Συμβούλιο στα τέλη Μαρτίου – όπου, θα συζητηθεί η αντιμετώπιση της πανδημίας, με τον κ. Μητσοτάκη να επαναλαμβάνει πως «Ελλάδα και Κύπρος τα έχουμε καταφέρει, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, πολύ καλύτερα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες».

Είπε ότι μαζί με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη έχουν επιμείνει, σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στην ανάγκη η Ευρώπη να προμηθευτεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα τις δόσεις των εμβολίων, τις οποίες έχει συμφωνήσει με διεθνείς φαρμακευτικές εταιρείες. «Και η Ελλάδα και η Κύπρος θα ήμασταν έτοιμοι σήμερα να κάναμε πολλά περισσότερα εμβόλια, έχουμε την επιχειρησιακή δυνατότητα να το πετύχουμε. Ο λόγος που δεν το κάνουμε είναι πολύ απλά γιατί δεν έχουμε τα εμβόλια στη διάθεσή μας ακόμα» είπε, εκφράζοντας τη βεβαιότητα πως το ζήτημα θα λυθεί εντός των επόμενων μηνών.

Ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι συζήτησαν και το «πιστοποιητικό εμβολιασμού» και του τρόπου με τον οποίο θα διευκολυνθούν Ευρωπαίοι και άλλοι ταξιδιώτες που θα θελήσουν να επισκεφτούν την Ελλάδα και την Κύπρο. Είπε ότι αυτό είναι το αίτημα προς την ΕΕ, να υπάρχει μια τυποποιημένη και εύκολη διαδικασία, έχοντας ως αποδεικτικό στοιχείο την απόδειξη του εμβολιασμού, ώστε να διευκολυνθεί ο τουρισμός.

Κάνοντας αναφορά στον τίτλο βιβλίου του διπλωμάτη Νίκου Κρανιδιώτη, ο Έλληνας Πρωθυπουργός ανέφερε καταληκτικά ότι η Κύπρος δεν είναι μια ανοχύρωτη πολιτεία, αλλά «έχει δίπλα της όλο τον Ελληνισμό» καθώς και την ΕΕ και τη διεθνή κοινότητα «και με αυτές τις συμμαχίες θα πορευτεί στον δρόμο για τα δικά της δίκαια».