Τις απόψεις του για την πορεία της κυπριακής οικονομίας, τους λόγους που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση καθώς επίσης και τις προτάσεις της Τρόικας αναλύει σε συνέντευξη του στην ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ο Οικονομολόγος και Βουλευτής του ΔΗΣΥ κ. Μάριος Μαυρίδης.

ΕΡ: Με δεδομένο ότι μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου αναμένεται η κάθοδος της Τρόικα για να διαπραγματευτεί τις προτάσεις της κυπριακής κυβέρνησης, ποια θεωρείτε τα ακανθώδη σημεία στα οποία δεν πρέπει να υποχωρήσουμε;
ΑΠ: Η διαπραγμάτευση είναι απαραίτητη για να εξηγήσουμε στην Τρόικα γιατί κάποια θέματα δεν μπορούμε να τα αγγίξουμε, όπως είναι η αύξηση του συντελεστή εταιρικού φόρου και η μείωση της χρονικής διάρκειας για εκποίησης ενυπόθηκης περιουσίας. Αυτά τα θέματα είναι πολύ σημαντικά για την Κυπριακή οικονομία και θα πρέπει να επιμένουμε μέχρι τέλους. Λόγω του χαμηλού εταιρικού φόρου, η Κύπρος έχει καθιερωθεί σε ένα πολύ σημαντικό επιχειρηματικό κέντρο για εταιρείες διεθνών δραστηριοτήτων, οι οποίες συμβάλουν στην ανάπτυξη της Κυπριακής οικονομίας. Αν ο εταιρικός φόρος αυξηθεί έστω και κατά 2%, αυτό σημαίνει αποσταθεροποίηση του συστήματος και δημιουργία προσδοκιών για μεγαλύτερη αύξηση αργότερα.  Σε ότι αφορά τη μείωση της χρονικής διάρκεια εκποίησης ενυπόθηκης περιουσίας, αν και είναι ένα ορθό μέτρο, δεν μπορεί να γίνει σήμερα.  Ενδεχόμενη μείωση του χρόνου εκποίησης θα προκαλέσει απότομη μείωση στις τιμές ακινήτων με αποτέλεσμα οι εξασφαλίσεις για την πλειοψηφία των δανείων που έχουν χορηγηθεί στην Κυπριακή οικονομία να έχουν χαμηλότερη αξία από τα υπόλοιπα των δανείων.  Η κατάρρευση των τιμών των ακινήτων, αν και θετική εξέλιξη σε άλλες εποχές, θα προκαλέσει τεράστιες ζημιές στον τραπεζικό τομέα και στην οικονομία.

ΕΡ: Η χώρα έχει περιέλθει σε μια πολύ δυσάρεστη οικονομική κατάσταση. Ποιοι πιστεύετε ότι ευθύνονται γι αυτό;
ΑΠ: Η μεγάλη καθυστέρηση που επέδειξε η κυβέρνηση να καλέσει την Τρόικα και η επίσης μεγάλη καθυστέρηση να ετοιμάσει τις δικές της προτάσεις. Το μεγάλο λάθος της κυβέρνησης ήταν ότι ανέμενε δάνειο από τη Ρωσία, το οποίο ήταν λάθος ούτως ή άλλως, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να ρίξει ευθύνες σε άλλους, άφησε την οικονομία μετέωρη και στον αυτόματο πιλότο. Τώρα τρέχουμε να προλάβουμε, αλλά οι αποφάσεις που λαμβάνονται κάτω από πίεση δεν είναι οι καλύτερες.  Όμως η αβεβαιότητα που αιωρείται πάνω από την Κυπριακή οικονομία, σκοτώνει την οικονομική δραστηριότητα.

ΕΡ: Τι θα αντιπροτείνατε στην Τρόικα σε περίπτωση που ζητηθούν επιπρόσθετες μειώσεις στους μισθούς των υπαλλήλων και οριστική κατάργηση του 13ου μισθού;
ΑΠ: Με δεδομένο ότι θα πρέπει να γίνουν εξοικονομήσεις ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να επιμένουμε όπως το κόστος διανεμηθεί κατά τρόπο που να διαταράσσει την κοινωνική συνοχή όσο το δυνατόν λιγότερο.  Γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε το κόστος, ας προσπαθήσουμε να μοιράσουμε το “πάπλωμα” όσο πιο δίκαια μπορούμε.

ΕΡ: Ποιες είναι οι προτάσεις σας για την έξοδο της χώρας από τη δεινή κατάσταση που βρίσκεται η οικονομία μας;
ΑΠ: Για να βγούμε από την οικονομική κρίση, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από την ανάπτυξη, όμως το πρόβλημα είναι ότι και η ύφεση χρειάζεται το χρόνο της. Συνήθως, σε περιόδους ύφεσης το κράτος αυξάνει τις δαπάνες του και επικεντρώνεται σε έργα υποδομής, τα οποία θα στηρίξουν την ανάπτυξη της οικονομίας. Δυστυχώς όμως το κράτος δεν διαθέτει οικονομικούς πόρους, ούτε μπορεί να δανειστεί. Η ανάπτυξη όμως θα προέλθει από τον ιδιωτικό τομέα. Θα πρέπει το κράτος να ενεργοποιήσει τον ιδιωτικό τομέα με διάφορους τρόπους, όπως ιδιωτικοποιήσεις υπηρεσιών, συνεργασίες του τύπου Buy Operate Transfer (BOT) κλπ. Είναι σημαντικό όμως να αντιληφθούμε ότι όλα αυτά απαιτούν χρόνο.
 
ΕΡ: Πότε πιστεύετε ότι θα γίνει η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών; Εκτιμάτε ότι μόλις αυτό γίνει θα εισρεύσουν χρήματα στην αγορά;
ΑΠ: Όταν ολοκληρωθεί η μελέτη της PIMCO για τα κυπριακά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες και συνεργατικά), τότε θα γνωρίζουμε πόσα χρήματα περίπου θα χρειάζονται για την ανακεφαλαιοποίηση τους.  Το κράτος θα πάρει χρήματα από το μηχανισμό και θα ενισχύσει τα κεφάλαια των τραπεζών, με αντάλλαγμα ποσοστά ιδιοκτησίας. Όμως, ακόμα και όταν ολοκληρωθεί η ανακεφαλαιοποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δεν σημαίνει ότι θα αυτά θα αρχίσουν να δανείζουν. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ιδιαίτερα οι τράπεζες, είναι υπερδανεισμένα και δεν μπορούν εύκολα να δανείζουν. Τα δάνεια πλέον θα χορηγούνται με πολύ μεγάλη προσοχή με το πιο σημαντικό κριτήριο την δυνατότητα αποπληρωμής του.